in ,

To Όνειρο της Οφηλίας: Για μια φεμινιστική θεατρική οπτική

Τι πραγματικά γνωρίζουμε πέρα από την νοηματοδότηση της αρσενικής ματιάς; Ρωτήσαμε τις γυναίκες.

Όλοι ξέρουν την Οφηλία. «Δεν ήταν το κορίτσι του Άμλετ;» Ναι. «Δεν είναι αυτή που τρελάθηκε;» Ίσως. «Δεν έλεγε ασυναρτησίες όταν σκότωσε ο Άμλετ τον πατέρα της;» Όχι. «Δεν πνίγηκε πέφτοντας στο ποτάμι;» Ναι. «Ήταν καλή, αγνή, αλλά αγαθή και αφελής» Ποτέ. Τίποτα πέρα απ’ αυτό; Την ξέρουν, αλλά δεν την γνωρίζουν. Σας συμβαίνει κι […] ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Το Όνειρο της Οφηλίας

Όλοι ξέρουν την Οφηλία. «Δεν ήταν το κορίτσι του Άμλετ;» Ναι. «Δεν είναι αυτή που τρελάθηκε;» Ίσως. «Δεν έλεγε ασυναρτησίες όταν σκότωσε ο Άμλετ τον πατέρα της;» Όχι. «Δεν πνίγηκε πέφτοντας στο ποτάμι;» Ναι. «Ήταν καλή, αγνή, αλλά αγαθή και αφελής» Ποτέ. Τίποτα πέρα απ’ αυτό; Την ξέρουν, αλλά δεν την γνωρίζουν.

Σας συμβαίνει κι εσάς να γνωρίζετε κάποια ηρωΐδα μέσα από ένα θεατρικό, μια ταινία, έναν πίνακα, ένα έργο τέχνης και ταυτόχρονα όταν πάτε να αναψηλαφήσετε την ουσία της να διαπιστώνετε ότι αγγίζετε ένα…φάντασμα; Στον Άμλετ το φάντασμα της πλοκής είναι αυτό του πατέρα, αλλά για τους θεατές η κατεξοχήν μορφή-φάντασμα αποδεικνύεται η Οφηλία. Τι πραγματικά γνωρίζουμε γι’αυτήν πέρα από την νοηματοδότηση που της δίνει η αρσενική ματιά; Ένας ρόλος συντρόφου, ερωτικού ενδιαφέροντος, μιας κόρης και της προέκτασης της αντρικής εξουσίας, του αντρικού ελέγχου. Πού στέκεται η ίδια; Τι να ονειρεύεται, τι να λέει, τι θα έλεγε άραγε στον αγαπημένο της αν εκείνος δεν έφευγε; Κι αυτά που μονολογεί, πώς θα ακούγονταν από τις γυναίκες του σήμερα; Θα μπορούσε σήμερα να υπάρξει μια Οφηλία;

Τα θέατρα δίνουν προτεραιότητα σε «ασφαλείς» (συνήθως ανδροκεντρικές) κλασικές παραστάσεις για τις πωλήσεις εισιτηρίων, παραμερίζοντας τις φεμινιστικές επανερμηνείες. Όταν άνδρες σκηνοθέτες αναλαμβάνουν το 80% των κλασικών έργων, η γυναικεία ματιά γίνεται υποσημείωση.

Αυτά κι άλλα τόσα ήθελε να αποτυπώσει ένα σύγχρονο έργο εμπνευσμένο από την σαιξπηρική αυτή μορφή, Το Όνειρο Της Οφηλίας, που παίζεται τώρα για περιορισμένες παραστάσεις στο Rabbithole, με τέσσερις γυναίκες ηθοποιούς που ενσαρκώνουν αυτή την εξερεύνηση του γυναικείου ζητήματος με αφορμή την Οφηλία: Κατερίνα Γιαννίση, Χριστίνα Γκέγκα, Σπυριδούλα Γκέκα και Αλεξάνδρα Παππά.

Με σημείο εκκίνησης λοιπόν την μορφή της Σαιξπηρικής Οφηλίας το έργο εξερευνά ένα δραματικό κενό, με όσα δεν γράφτηκαν στον χρόνο που μεσολαβεί μεταξύ της τελευταίας της εμφάνισης στο παλάτι και εκείνης του πνιγμού της στο ποτάμι. Και ο λόγος της πολλαπλασιάζεται, θρυμματίζεται σε δώδεκα σονέτα πριν ξαναπιάσει το νήμα σ’ ένα μονόλογο-ποταμό. Οι φωνές στον ονειρικό κόσμο της νύχτας, στα λιβάδια και τα σκοτεινά μονοπάτια που οδηγούν στο νερό, μιλάνε μέσα της και γύρω της, με αντιφωνητή της έναν τριμελή γυναικείο χορό. Μέχρι να βυθιστεί στη σιωπή της. Τίποτα πέρα απ’ αυτό;

Image00140

Ζητήσαμε από τον σκηνοθέτη και συγγραφέα Κ. Αλέξη Αλάτση, Διευθυντή τομέα πολιτισμού του ΑΘΗΝΑ 2004 και Καλλιτεχνικό Διευθυντή της ΠΑΤΡΑΣ 2006 Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, πρώην Καλλιτεχνικό Διευθυντή του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη και πρώην σύμβουλο δραματολογίου του Θεάτρου Τέχνης Κάρολος Κουν,, να μας αναφέρει τους λόγους αλλά και τη μεθοδολογία με την οποία αποφάσισε να γράψει το έργο, επανεπισκεπτόμενος μια δημοφιλή αλλά ταυτόχρονα παρεξηγημένη ηρωΐδα.

Αλέξης Αλετσάς

«Δεν έχω μετρήσει, πόσες παραστάσεις του Άμλετ έχω δει ως τώρα, αλλά είναι πολλές, σε διαφορετικές χώρες και γλώσσες. Σχεδόν παντού και σχεδόν σε όλες με ενοχλούσε ο τρόπος που παρουσίαζαν την Οφηλία, από την αρχή του έργου, μέχρι και την περίφημη σκηνή της τρέλας: ένα αθώο κορίτσι, σχεδόν αφελές, ανίκανο να κατανοήσει τα γεγονότα γύρω της, και που τρελαίνεται γιατί ο αγαπημένος της αρχικά την εγκαταλείπει και στη συνέχεια δολοφονεί κατά λάθος τον πατέρα της. Και όπου το μόνο που προσπαθούσαν να αποδώσουν ήταν μια πειστική τρέλα, ντυμένη ή γυμνή, βίαιη ή και αυτοκαταστροφική, χωρίς καν να αφουγκράζονται τις αποστροφές του λόγου στις φράσεις της. Έχοντας διαβάσει διαφορετικά το έργο του Σαίξπηρ, ήμουν πάντα σίγουρος ότι έκρυβε κάτι πολύ ιδιαίτερο στην κατασκευή αυτής της φιγούρας, κάτι που την έφερνε σε απόλυτη αντίθεση και σύγκρουση με το σύμπαν γύρω της και που φώτιζε διαφορετικά την αποχώρησή της από αυτό. Ο Ιταλός φιλόσοφος Μάσιμο Κατσιάρι γράφει σχετικά: «Μέσα στην καθολική απαγγελία και ηθοποιία εμφανίζεται το προμήνυμα ενός άλλου κόσμου /…/ μια παρουσία που δε φωτίζει τα σκοτάδια, αλλά που τα σκοτάδια δεν μπορούν να αιχμαλωτίσουν. Ένα θαύμα, που υπονομεύει όλη την τάξη της καταστροφής /…/. Η Οφηλία είναι η αυθεντική ξένη. Εκείνη είναι η μόνη φιγούρα που αξίζει τον θάνατό της.» Αυτό το διάβασμα θέλησα να τονίσω. Αυτή την διαφορετικότητα που αντιπαραθέτει την αλήθεια του ανιδιοτελή έρωτά της για τον Άμλετ, αλλά και για τη ζωή, στην υποκρισία, την συνεχή απόπειρα χειραγώγησής της και την εξουσιομανία και τον κυνισμό του πατριαρχικού κόσμου όπου κατοικεί. Και που τον νικά με την τελική της σιωπή, έχοντας απαντήσει καθαρά και λογικά στα υπαρξιακά ψευδοδιλλήματά του. Και να της δώσω πίσω τη φωνή της, έτσι όπως την δανείστηκαν ανά τους αιώνες διάσπαρτες γραφές που ενέπνευσε, χωρίς να την καλύπτει πια το βλέμμα όσων την ξέγραψαν ή την τοποθέτησαν σε δεύτερη μοίρα. Την ποίηση μιας θηλυκότητας, που μας νικάει όλους μέσα από την φαινομενική της ήττα.»

Πώς το βλέπουν οι ίδιες οι γυναίκες ηθοποιοί; Τις ρωτήσαμε και μας απάντησαν.

ΑΜΠΑ: Πώς βιώνετε την σύγχρονη θεατρική πραγματικότητα ως γυναίκες που ενσαρκώνετε
«παλιούς» ρόλους;

Συναντούμε τους «παλιούς» ρόλους, σαν να φοράμε ένα κοστούμι ραμμένο στα μέτρα κάποιου άλλου. Σχεδόν σαν να κάνουμε “αρχαιολογία ψυχής”. Δεν είναι απλώς θέμα “αναβίωσης” μιας ηρωίδας· είναι μια πράξη ανάγνωσης, και, επανατοποθέτησης. Η Οφηλία είναι μια πολύ καλή αφορμή. Το ίδιο το σαιξπηρικό κείμενο την περιορίζει σε ένα σκηνικό, η τρέλα της αισθητικοποιείται, ο θάνατός της ρομαντικοποιείται. Συχνά κανείς προσκολλάται σε αυτούς τους ρόλους ως λείψανα, μα δεν μας ενδιαφέρει πλέον η συντήρηση. Δεν αποζητούμε να διαιωνίσουμε τους μύθους τους, αλλά να τους αυτοψιάσουμε. Να τους ξεθάψουμε. Δεν κυριαρχεί η αίσθηση ότι “παίζουμε” έναν ρόλο, όσο ότι βρισκόμαστε σε μια διαδικασία αποκατάστασης. Δανείζουμε τη φωνή στις σκέψεις της, στις ρωγμές της. Και είναι συγκλονιστικό πώς αυτό το “παλιό” πρόσωπο, αυτή η φιγούρα που χρόνια τη μάθαμε σαν την “τρελή που πνίγηκε”, μπορεί να γίνει ξαφνικά τόσο παρούσα, τόσο σύγχρονη, τόσο δική μας. Σήμερα μένει να αναρωτηθούμε: Μπορούμε να ξεπεράσουμε τα όμορφα λουλούδια της και να τα εξετάσουμε; Σαν ιατροδικαστές. Κι αν ο πνιγμός της δεν είναι παράδοση αλλά μια ανατροπή, ελεγεία, εξέγερση; Αν πνίξω τον εαυτό μου ηθελημένα, αυτό υποδεικνύει μία πράξη: και μία πράξη έχει τρία παρακλάδια. Να πράττεις, να δρας και να εκτελείς. Με προμελέτη.

Το να τοποθετείς τη γυναικεία σου παρουσία πάνω σε τέτοιες “κλασικές” σκιές, σημαίνει να τις φωτίζεις αλλιώς. Να διεκδικείς χώρο και λόγο για να θυμίσεις ότι αυτά τα σώματα και αυτές οι ψυχές δεν είναι απολιθώματα, είναι ζωντανές διαδρομές.

Ο «πνιγμός» της Οφηλίας δεν είναι παθητικός – είναι μια πράξη αυτοπροσδιορισμού. «Τι θα γινόταν αν η σιωπή της Οφηλίας ήταν η πιο ριζοσπαστική ατάκα στο έργο;» Πράγματι, η Οφηλία δεν μιλάει πολύ. Ακούει και δρά. Παρατηρεί έναν κόσμο παράλογο, νιώθει «αυθεντική ξένη, η πραγματική καθαρά τρελή», χρησιμοποιώντας τα λόγια του Caccciari. Στο πρόσωπο του Άμλετ δεν βλέπει μόνο έναν ερωτικό σύντροφο. Βλέπει ένα σύμμαχο, έναν πιθανό συνομιλητή που προσκαλεί στον κόσμο της. Εκεί μεταμορφώνονται σε πλάσματα της φύσης, σε λουλούδια, σε ρυάκια, δεν χρωστούν τίποτα και σε κανέναν. Μπορούν απλά να υπάρχουν. Όταν τελικά ο Άμλετ αρνηθεί τον έρωτα του για εκείνη, απαρνιέται όλο αυτό το σύμπαν που κατοικούσαν μαζί. Και η Οφηλία δεν έχει πλεον κάποιο κίνητρο να παραμείνει σε αυτό τον κόσμο. «Και στο τέλος, επιστρέφει στον ΜΗ-τόπο, απ’ όπου μυστηριωδώς μας ήρθε». Η ιστορία της κουβαλάει βάρος, σιωπή, αδικία, και που όμως επιμένει να ψιθυρίζει. Το θέατρο θα μπορούσε να αποτελεί μια τελετουργία διεκδίκησης αυτών των ψιθύρων. Μια ερώτηση: Ποιος επωφελείται από τη σιωπή τους; Ποιος φοβάται την ανάστασή τους; Το να τοποθετείς τη γυναικεία σου παρουσία πάνω σε τέτοιες “κλασικές” σκιές, σημαίνει να τις φωτίζεις αλλιώς. Να διεκδικείς χώρο και λόγο για να θυμίσεις ότι αυτά τα σώματα και αυτές οι ψυχές δεν είναι απολιθώματα, είναι ζωντανές διαδρομές. Και κάπως έτσι, ο «παλιός» ρόλος, αποτελεί μια αφορμή να συνεχίσουμε κάτι που τότε έμεινε μετέωρο.

AMΠA: Σε τι διαφέρει κατά τη γνώμη σας αυτή η Οφηλία από όσες έχουμε δει στο παρελθόν;

Στην παράσταση μας “Το όνειρο της Οφηλίας” η Οφηλία έχει φύγει από το παλάτι και απ’ ό,τι την καταπνίγει για να βρεθεί στο χώρο που αισθάνεται πιο άνετα, εκεί που μπορεί να είναι ο εαυτός της, στο δάσος, στο ποτάμι, κοντά στην ασημένια Ιτιά εκεί που γνώρισε πρώτη φορά τον Άμλετ της.
Η Οφηλία μας δεν έχει εξάρσεις, δε γυαλίζει το μάτι της, δεν περιμένει να την κοιτάξουν, δεν λειτουργεί σαν αντανάκλαση του Άμλετ. Αυτή η Οφηλία σκέφτεται, αμφιβάλλει, παλεύει, ονειρεύεται.

Η δική μας Οφηλία προσπαθεί να σωπάσει για να ακούσει τις σκέψεις της και όταν αυτές σωπάσουν τις αρθρώνει η ίδια για να τις καταλάβει. Και το πιο ενδιαφέρον για μας είναι ότι ο σκηνοθέτης και το κείμενο της δίνουν φωνή ακριβώς τη στιγμή που κανείς δεν της την έδωσε ποτέ: εκείνη τη “νεκρή” χρονικά περίοδο, ανάμεσα στην τελευταία της σκηνή και τον πνιγμό της. Η Οφηλία μας ξέρει τόσο καλά τι της γίνεται που έχει την απάντηση στο μεγάλο ερώτημα του Άμλετ “Να υπάρχεις; Να μην υπάρχεις;” Η Οφηλία μας δεν κρατάει λουλούδια. Είναι η ίδια λουλούδι. Η Οφηλία που φτιάχνουμε εμείς δεν είναι “μια”. Είναι πολλές. Είναι ο μονόλογος της Κατερίνας, αλλά είναι και οι δικές μας φωνές, οι ψίθυροι, οι αντιστάσεις, οι φόβοι, τα ερωτήματα. Αυτή η Οφηλία δεν είναι πια παθητική. Δεν περιμένει την τρέλα ή τον θάνατο να την καθορίσουν. Αυτή η Οφηλία μιλά. Και στο τέλος, επιλέγει. Στην παράσταση μας προσπαθήσαμε να δώσουμε σε αυτό το τόσο ξεχωριστό και αυτόφωτο πλάσμα το χώρο και το χρόνο που του αναλογεί για να ακουστεί και να υπάρξει. και ελπίζουμε πως ο θεατής θα μπει στον διακεκομμένο και μπερδεμένο ειρμό της Οφηλίας, θα την κατανοήσει, θα την νιώσει και θα την αποδεχτεί!

Το Όνειρο της Οφηλίας παράσταση φεμινιστική οπτική

ΑΜΠΑ: Στο σύγχρονο θεατρικό γίγνεσθαι ποιό μπορεί να είναι το κίνητρο για να αναζητήσουμε μια παράσταση με γυναικείο πρόσημο, πέραν από -το κάπως επιτούτου- ως φεμινιστικό;

Θα λέγαμε για να ανακαλύψουμε περισσότερα πράγματα για τον εαυτό μας. Εμείς, ως θηλυκότητες. Ιστορικά το έχουμε στερηθεί αυτό το δικαίωμα. Το να κάνουμε τέχνη χωρίς κοινωνικά εμπόδια και το να μπορούμε να μοιραζόμαστε όλες τις πτυχές μας, ιδιαίτερα τις άσχημες, τις πιο ωμές και αυτές που δεν ταιριάζουν στα καλούπια των στερεοτύπων που μας έχουν δώσει. Η γυναικεία εμπειρία που παρουσιάζεται στην τέχνη απαλλαγμένη από οποιονδήποτε ενδοιασμό και αυτόλογοκρισία είναι ένα σπάνιο και πολύτιμο αγαθό. Και εμείς προσωπικά την αναζητούμε συνεχώς, καθώς μας ανοίγει τα μάτια για πράγματα που ίσως έχουμε νιώσει, έχουμε βιώσει αλλά κανείς μέχρι τότε δεν τους είχε δώσει μορφή, δεν τα είχε σχηματίσει με λέξεις, ούτε κι εμείς οι ίδιες. Αυτό το συναίσθημα είναι πολύ συχνό για εμάς τις θηλυκότητες, γιατί ακόμα ένα μεγάλο ποσοστό των εμπειριών μας είναι ταμπού. Γι ́αυτό η αντιπροσώπευση στην τέχνη, τόσο των θηλυκοτήτων, όσο και άλλων κοινωνικών ομάδων που την έχουν στερηθεί για πάρα πολλά χρόνια, είναι πολύ σημαντική. Η συμπερίληψη δεν είναι απλώς μια μόδα και μια προσπάθεια για πολιτική ορθότητα, είναι ανθρώπινη ανάγκη.

AΜΠΑ: Ποια εμπόδια στέκονται (ή δεν στέκονται) στο δρόμο στο να απεικονιστεί μια γνήσια
γυναικεία οπτική στα έργα και στην σκηνοθεσία; Είναι θέμα συντελεστών; Στόχου; Εμπορικότητας ή μη; Πρόσληψης της επικαιρότητας; Τι άλλο, θεωρείτε;

Τα εμπόδια δεν είναι πάντα εμφανή. Πολλές φορές δεν είναι ότι κάποιος “απαγορεύει”μια γυναικεία οπτική – είναι ότι απλώς δεν τη φαντάζεται καν. Δεν την περιλαμβάνει. Ας ξεκινήσουμε από τα κλασικά κείμενα, τα οποία στην πλειονότητά τους δεν έχουν γραφτεί για τη γυναικεία υποκειμενικότητα. Οι γυναίκες συχνά εμφανίζονται ως μεταφορές, υποβαθμίζονται ή φιλτράρονται μέσα από ανδρικά βλέμματα. Οι «παλιοί ρόλοι» δεν σχεδιάστηκαν για τις γυναίκες, μα για να περιέχουν τις γυναίκες. Οι 19 ατάκες της Οφηλίας στον Άμλετ δεν είναι ένα ατύχημα, είναι ένα σχέδιο. Η αγορά έχει εκπαιδευτεί σε μια τετοια ανάγνωση και επιβραβεύει τα γνωστά τροπάρια (η
υστερική, η αγία, η μάρτυρας). Τα θέατρα δίνουν προτεραιότητα σε «ασφαλείς» (συνήθως ανδροκεντρικές) κλασικές παραστάσεις για τις πωλήσεις εισιτηρίων, παραμερίζοντας τις φεμινιστικές επανερμηνείες. Όταν άνδρες σκηνοθέτες αναλαμβάνουν το 80% των κλασικών έργων, η γυναικεία ματιά γίνεται υποσημείωση. Γιατί, όταν είναι αυθεντική, είναι συχνά ρίσκο: δεν είναι “εντυπωσιακή”, αλλά υπόγεια. Δεν είναι “κραυγαλέα”, αλλά υπομονετική και επίμονη. Και κάποιες φορές δεν επιβεβαιώνει τίποτα από αυτά που “περιμένει” το κοινό. Δεν είναι μόνο το θέμα της επιλογής των γυναικών- είναι και το ποιος ελέγχει τον φακό. Μια «γνήσια» αφελής Οφηλία που οργίζεται ή γελάει φέρει μια γνώριμη εικόνα από το συλλογικό ασυνείδητο. Μα το πραγματικό εμπόδιο φαίνεται να είναι η συνήθεια. Το πώς έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε την ιστορία, τα κλασικά έργα. Ακόμα παλεύουμε για το δικαίωμα να είμαστε μη εξαιρετικοί – να απεικονίζουμε τις ηρωίδες ως πολύπλοκες, αντιφατικές και βαρετές χωρίς να δικαιολογούμε την ύπαρξή τους. Χρειάζεται εμπιστοσύνη και ανοιχτός χώρος από τον σκηνοθέτη, ώστε η γυναικεία οπτική να μην “επιβάλλεται” — να αναδύεται. Μέσα από τις λέξεις και τις παύσεις. Το ζητούμενο για μας δεν είναι να κάνουμε “γυναικείο θέατρο”, αλλά να αφήσουμε τις γυναίκες –ως φωνές, εμπειρίες, σώματα και ματιές– να υπάρχουν στη σκηνή χωρίς να χρειάζεται να αποδείξουν κάτι.

Πληροφορίες παράστασης:
Η παράσταση To όνειρο της Οφηλίας παίζεται την Παρασκευή και Σάββατο 28, 29 Μαρτίου και 4, 5, 11 και 12 Απριλίου 2025 στις 9μμ στο RABBITHOLE

site   facebook  

Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

0 Comments
δημοφιλέστερα
νεότερα παλαιότερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια