Μια κουβέντα της από το μακρινό 1993 για τις λογοτεχνικές ηρωίδες που έχουν γεννηθεί μέσα στο «απόλυτο κακό»
Κατά καιρούς έχει καταφέρει να εξοργίσει το φεμινιστικό κίνημα, ωστόσο, στη Μάργκαρετ Άτγουντ οφείλουμε να αναγνωρίσουμε την τρομακτική ευστοχία του “Handmaid’s Tale” και τον απίστευτα διαυγή τρόπο σκέψης της, κάθε φορά που αποφάσιζε να μιλήσει –έστω και αιρετικά- για τα σημεία που φέρνουν αντιμέτωπη τη λογοτεχνία με τον φεμινισμό και τανάπαλιν.
Με το αληθινό “Handmaid’s Tale” να ζωντανεύει σε πολλά μέρη του κόσμου –και της Ευρώπης- με όλη αυτή την παρανοϊκή συζήτηση που έχει ανοίξει για τις αμβλώσεις και την προσπάθεια ελέγχου των γυναικείων σωμάτων, η δυστοπία της Άτγουντ που παίρνει σάρκα και οστά στις μέρες μας, σε πολλούς ίσως θυμίζει μία ομιλία της στο Φεστιβάλ Λογοτεχνίας του Τσέλτενχαμ το 1993.
Εκεί, λοιπόν, στο Κότσγουολντς της Αγγλίας, η Άτγουντ για πρώτη φορά είχε εκφράσει την άποψη ότι οι πιο συναρπαστικοί γυναικείοι λογοτεχνικοί χαρακτήρες ήταν εκείνοι που επιδείκνυαν έντονη ροπή προς το κακό.
Αν και η «Θεραπαινίδα» της είναι ένα ταλαιπωρημένο, καλό κορίτσι που κάνει ό,τι μπορεί για να αποκτήσει ξανά τον έλεγχο του σώματός του, η Άτγουντ τότε είχε εξυμνήσει τις μοχθηρές γυναίκες, εκείνες που πάση θυσία ρίσκαραν για να αναζητήσουν την ευχαρίστηση, τις διεφθαρμένες γκουβερνάντες και τις σατανικές γιαγιάδες, αυτές που ήταν ικανές να διαφθείρουν και να σκοτώσουν.
Τότε υποστήριζε ότι οι «πάναγνες» γυναίκες, οι ηθικές, οι άσπιλες ήταν ανυπόφορα βαρετές, ενώ έβρισκε απίστευτα συναρπαστικούς χαρακτήρες όπως αυτόν της Λαίδης Μάκβεθ ή της Μήδειας.
Όμως, πολύ σοφά συμπέραινε τότε η συγγραφέας, οι αναγνώστες είχαν την τάση να κρίνουν τους γυναικείους λογοτεχνικούς χαρακτήρες «σαν να ήταν υποψήφιοι για δουλειά ή δημόσιοι υπάλληλοι που περνούσαν από συνέντευξη ή ακόμα χειρότερα υποψήφιοι συγκάτοικοι ή κάποια που σκέφτεσαι να παντρευτείς».
Θα σκεφτόταν κανείς ότι μέχρι το 1993, ο φεμινισμός είχε από καιρό καταρρίψει την κοινωνική προσδοκία των μυθιστοριογράφων να γράφουν «καλούς» γυναικείους χαρακτήρες.
Αλλά το επιχείρημα της Άτγουντ, επί της ουσίας, ήταν ότι ο φεμινισμός, ενώ εξασφάλιζε στις γυναίκες συγγραφείς περισσότερη ελευθερία και σίγουρα περισσότερες επιλογές, το ίδιο ακριβώς διάστημα, ως κίνημα, είχε καταφέρει να δημιουργήσει νέες απαιτήσεις.
Με λόγια απλά: πόσο κακός χαρακτήρας είναι στο σήμερα μία γυναίκα που αποφασίζει να επαναστατήσει απέναντι στην κοινωνία; Ή να εγκαταλείψει τον σύζυγο της; Όλα αυτά πλέον δεν είναι ούτε ακατόρθωτα και κυρίως μπορεί να είναι και απολύτως απαιτητά.
Ακόμη χειρότερα, όπως το θέτει η Άτγουντ, δεν μπορούσε τότε να γράψει κανείς για την επιθυμία των γυναικών να βρεθούν σε θέσεις εξουσίας, για την περίπτωση να συμπεριφερθούν σαδιστικά σε άλλες γυναίκες ή απλώς να είναι η ενσάρκωση του απόλυτου κακού, χωρίς να κατηγορηθεί για μισογυνισμό και υποστήριξη της πατριαρχικής δομής εξουσίας.
Για τη βραβευμένη και πολυδιαβασμένη συγγραφέα, αυτή η πίεση να αναπαραστήσει το «σωστό» είδος κακής γυναικείας συμπεριφοράς ήταν απλώς η άλλη πλευρά της κατασταλτικής βικτωριανής εντολής που επέζησε μέχρι την παιδική της ηλικία και υπαγόρευε ότι «αν δεν μπορείς να πεις κάτι όμορφο, μη λες απολύτως τίποτα»..!
Ακόμη και έτσι, η «Θεραπαινίδα» που γράφτηκε το μακρινό 1985 είναι ό,τι πιο κοντινό στη σημερινή πραγματικότητα που θα συγχωρούσε κάθε κακή συμπεριφορά στις «πορφυρές δούλες» και κάθε διάθεση να τινάξουν τον παλιό κόσμο στον αέρα. Και αυτό η Άτγουντ το ξέρει καλά.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News
