Δεδομένο πρώτο: Στην Ελλάδα που μας ζούνε τα στερεότυπα, την όπερα την έχουμε στο μυαλό μας σαν κάτι ελιτίστικο και παρωχημένο. Τις δε ερμηνεύτριες της σαν γυναίκες που ήρθαν από άλλη εποχή, που δεν ζουν στο σήμερα, δεν μιλάνε κανονικά, δεν ζουν, δεν αναπνέουν, απλώς υπάρχουν σε κάποιο βάθρο ή κάποιο ραφάκι μαζί με τα ασημικά της μαμάς.
Δεδομένο δεύτερο: πριν από καιρό, στα site, αλλά και σε κάποιες τηλεοπτικές εκπομπές «έτρεχε» η είδηση για τον γάμο μίας σοπράνο, που αποφάσισε να αλλάξει τη ζωή της, όταν όλοι νόμιζαν ότι θα ασχολείται με τη λάτρα του σπιτιού, άντε και την εκγύμναση της φωνής της. Ήταν κάπως σοκαριστικό να «κλικάρεις» την είδηση και να αντιλαμβάνεσαι ότι αφορούσε τη δική μας σοπράνο, Σόνια Θεοδωρίδου. Πόσος ηλικιακός ρατσισμός για μια γυναίκα δραστήρια, ζωντανή, ταλαντούχα, μάχιμη… Όταν τη συνάντησα, σκέφτηκα ότι έτσι πρέπει να σκεφτόμαστε σε όλες τις φάσεις της ζωής μας. Ότι η ηλικία είναι αυτό που μου είπε –ένας σεβαστός αριθμός και τίποτα άλλο- και ότι αυτή η γυναίκα που έχει γυρίσει τον κόσμο, κάνοντας νεότερους να αγαπήσουν την όπερα- είναι το πιο δυνατό πρότυπο ορατότητας, όταν όλοι απαιτούν από εμάς να κάνουμε στην άκρη και να παραιτηθούμε.
Η κουβέντα μαζί της ήταν αληθινή χαρά, καθώς η Σόνια Θεοδωρίδου όχι απλώς κρατά επαφή με τα γεγονότα, αλλά ζει στο σήμερα, εξακολουθεί να εργάζεται και να κάνει αυτό που λατρεύει, αλλά κυρίως γιατί ζει στο σήμερα, ακούει σημερινή μουσική και έχει πολλά να πει, δεν ζει με τις αναμνήσεις και τις δάφνες μιας μακράς, επιτυχημένης καριέρας, που δεν την κορνίζωσε πάνω από το πιάνο της, αλλά τη συνεχίζει με πάθος και ενθουσιασμό.
—Κυρία Θεοδωρίδου, θα ξεκινήσω λίγο ανορθόδοξα, με μία ερώτηση που δεν αφορά την καριέρα, αλλά τους τίτλους κάποιων sites που αναφέρονταν στον γάμο σας με κάποια έκπληξη. Τι θέλω να πω: οι τίτλοι δεν είχαν κάτι το ακριβώς μεμπτό, αλλά τους διέτρεχε ξεκάθαρο ageism; Πώς τα χειρίζεστε αυτά τα ζητήματα; Ρωτώ, γιατί είναι μονίμως σα να ζητάμε από κάποιον την άδεια για να ζήσουμε τη ζωή μας σε οποιαδήποτε ηλικία…
Ανήκω σε αυτές τις γυναίκες που δεν πήρα την άδεια κανενός για να ζήσω την ζωή μου όπως ακριβώς την ονειρεύτηκα. Επέλεξα να τολμώ και να ακολουθώ την καρδιά μου και όχι να ζω σε έναν γάμο που είχε τελειώσει. Δεν μπορώ να υπομένω μία σχέση νεκρή και συμβατική. Θέλω να είμαι ευτυχισμένη και να βιώνω την καθημερινότητά μου με σεβασμό, ευχαρίστηση και αρμονία. Άκουσα πολλά για αυτόν τον γάμο. Άλλοι με κατέκριναν, άλλοι με μακάρισαν και άλλοι ζήλεψαν. Όμως εγώ ξέρω πολύ καλά γιατί θέλησα να τολμήσω να συμβαδίσω με τον Δημήτρη. Εκεί που νόμιζα πως όλα έχουν τελειώσει ήρθε αυτός ο φωτεινός άνθρωπος και για άλλη μία φορά όπως συμβαίνει πάντα στην ζωή μου, το σύμπαν στήριξε την βαθιά μου επιθυμία να ζήσω με κάποιον άμορφα. Βλέπετε για μένα η ηλικία δεν είναι αρρώστια. Είναι απλά ένας σεβαστός αριθμός.
—Θα τολμήσω να ρωτήσω την άποψή σας για το πώς διαβλέπετε να διαμορφώνεται το τοπίο στη μετά – MeToo εποχή ειδικά στην Ελλάδα.
Επιτέλους έσπασε η σιωπή των γυναικών που για πολλές γενεές υπέμεναν φρικιαστικές καταστάσεις καταπίεσης, εξαναγκασμού και πολλών ενοχών. Απορώ γιατί αυτό το υποκριτικό ξάφνιασμα της κοινωνίας. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου παιδάκι στην μικρή και γραφική Βέροια όπου γεννήθηκα, αλλά και στην Ελβετία και στην Ευρώπη γενικότερα όπου έζησα, υπήρχαν ανδρες του συγγενικου, φιλικού και γειτονικού περιβάλλοντος που παρενοχλούσαν σεξουαλικά τις γυναίκες. Απλά υπήρχε φόβος, απειλή, ντροπή και άγνοια.
Ήρθε η ώρα λοιπόν οι γυναίκες να μιλήσουν άφοβα, ήρθε η ώρα να εκτεθούν θαρραλέα, να ειπωθεί η αλήθεια και να σταματήσει όσο γίνεται το κακό. Εμείς οι μάνες έχουμε επίσης την ιερή υποχρέωση να διδάξουμε στα παιδιά μας σεβασμό, θάρρος και όλες τις αρετές εκείνες που θα κάνουν το μέλλον τους ευτυχισμένο και ελεύθερο.

—Έχετε ταξιδέψει πολύ, έχετε εμφανιστεί στα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά λυρικά θέατρα, έχετε διαγράψει μία αξιοζήλευτη πορεία: μπορείτε να διακρίνετε διαφορές στην κουλτούρα και στον τρόπο που αντιμετωπίζεται αυτό το είδος μουσικής στο εξωτερικό σε σχέση με την Ελλάδα;
Το έχω πει πολλές φορές πως η όπερα και γενικά η κλασική μουσική είναι στην καθημερινότητα των ευρωπαίων. Και είναι λογικό. Είναι η δική τους παραδοσιακή μουσική κατά κάποιον τρόπο. Ειναι τα τετρακόσια χρόνια δυτικής μουσικής που έλειψε από εμάς. Η μουσική ενσωματώνεται με σοβαρότητα στα σχολεία, καλλιεργείται η οργάνωση μουσικών συνόλων φωνητικών και ορχηστρικών. Η πρόθεση των σχολείων αυτών είναι να προβάλλει μελλοντικά, αν όχι καλούς μουσικούς, τουλάχιστον καλλιεργημένους ακροατές. Κάτι αντίστοιχο με τα δικά μας μουσικά σχολεία. Οι τέχνες γενικότερα έχουν την ίδια βαρύτητα όπως και η φιλοσοφία οι θετικές επιστήμες. Εδώ στην χώρα μας, το 2022 δίνονται ακόμη διπλώματα κάτω από το τραπέζι. Ευτυχώς γίνονται προσπάθειες για να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Και για να μην είναι όλα αρνητικά αυτά που σας λέω πιστεύω πως σιγά σιγά αλλάζουν τα πράγματα προς το καλύτερο.
Επέλεξα να τολμώ και να ακολουθώ την καρδιά μου και όχι να ζω σε έναν γάμο που είχε τελειώσει. Δεν μπορώ να υπομένω μία σχέση νεκρή και συμβατική. Θέλω να είμαι ευτυχισμένη και να βιώνω την καθημερινότητά μου με σεβασμό, ευχαρίστηση και αρμονία. Άκουσα πολλά για αυτόν τον γάμο. Άλλοι με κατέκριναν, άλλοι με μακάρισαν και άλλοι ζήλεψαν. Όμως εγώ ξέρω πολύ καλά γιατί θέλησα να τολμήσω
—Έχουμε συνηθίσει –εδώ στην Ελλάδα, τουλάχιστον- τους ανθρώπους και ειδικά τις γυναίκες που είναι αφιερωμένες στην όπερα και το λυρικό τραγούδι να τις αντιμετωπίζουμε είτε λες και βρίσκονται πάνω σε κάποιο τέμπλο είτε σαν κάτι που δεν συμβαδίζει με την εποχή. Σε κάθε περίπτωση σαν κάτι που δεν μας αφορά, ενώ με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο (μέσα από τη διαφήμιση, μέσα από τις διασκευές) βρίσκεστε μέσα στη ζωή μας και μάλιστα με τρόπο ακατάλυτο ειδικά σε ό,τι αφορά τη μνήμη. Τι εικάζεται ότι φταίει γι’ αυτή την εικόνα; Τι χρειάζεται για να «επικοινωνήσουμε» ξανά με τα μεγάλα έργα;
Η όπερα καθώς και οι πριμαντόνες της, αρχής γενομένης από την Μαρία Κάλλας, παρουσιάστηκε στον κόσμο σαν κάτι πολύ ελιτίστικο, κάτι για την υψηλή κοινωνία, δυσβάσταχτο οικονομικά και ξένο προς τον κόσμο. Μετά την Κάλλας αν όχι όλες, σχεδόν όλες οι τραγουδίστριες προσπάθησαν να μιμηθούν τον μύθο της, να ντύνονται και να εμφανίζονται με την υπεροψία μίας «ντίβας» και να δείχνουν απόμακρες και ψεύτικες. Επίσης δημιουργήθηκε το στεγανό του «εγώ τραγουδώ όπερα και τίποτε άλλο». Όμως, η εποχή μας εξελίσσεται και οι ντίβες πέφτουν από τον θρόνο τους τουλαχιστον με την μορφή που παρουσιάζονταν μέχρι τώρα. Τώρα όλες έγιναν πιο pop τουλάχιστον στο εξωτερικό, ήρθαν πιο κοντά στο κοινό και μέσα από τα ηλεκτρονικά Μέσα μας παρουσιάζουν τις ιδιωτικές τους στιγμές και τις μοιράζονται με τους θαυμαστές τους.
Όσο για ‘μένα, μου αρέσει να δοκιμάζομαι σε καινουρια είδη τραγουδιού, να τσαλακώνομαι να αυτοσαρκάζομαι και να προβάλλω αυτό που πραγματικά είμαι. Μία γυναίκα σαν όλες τις άλλες που κουράζομαι καθημερινά, που μεγάλωσα ένα παιδί μόνη μου με πολύ κόπο, που πόνεσα, προδόθηκα, θριάμβευσα και απόλαυσα αυτό για το οποίο γεννήθηκα: να τραγουδώ.
—Σας ακούω και σκέφτομαι την τεχνική δυσκολία του πράγματος, το να έρθει, δηλαδή, κάποιος νεότερος σε επαφή με αυτό το είδος μουσικής έκφρασης…Αν, λοιπόν, κάποιος σας ζητούσε να τον διδάξετε, να τον μυήσετε στον κόσμο της όπερας, από πού θα του λέγατε να ξεκινήσει και πώς να συνεχίσει;
Θα του πρότεινα να πάμε μαζί στην όπερα. Να του μιλήσω για την ιστορία, για τα σκηνικά να τον ξεναγήσω πίσω από την σκηνή και να ζήσει από κοντά όλο το γίγνεσθαι της όπερας. Θυμάμαι ένα περιστατικό που έζησα πριν χρόνια σε ένα χωριό της Εύβοιας που ήμουν προσκαλεσμένη σε ένα φιλικό σπίτι. Στο σπίτι γινόταν ανακαίνιση και ένας μάστορας, αφού έμαθε πως είμαι τραγουδίστρια της όπερας, μου ζήτησε να τραγουδήσω. Και εγώ του τραγούδησα ένα δημοτικό τραγούδι, το Λαγιαρνί. Με κοιτούσε με δάκρυα στα μάτια. Όταν τελείωσα, στεκόταν εκεί τόσο αυτός, όσο και οι υπόλοιποι εργάτες, ακίνητος χωρίς να μιλάει. Και μετά μου είπε: «Σήμερα κατέβηκαν τα άστρα στη γη. Για ‘μένα ήταν συγκλονιστικό που ένας άνθρωπος χωρίς ειδικές γνώσεις μου είπε αυτά τα λόγια. Γιατί δεν χειροκρότησε ρηχά ούτε φώναξε “μπράβο!. Αλλά βίωσε βαθιά μέσα του αυτό που άκουσε.
—Θεωρείτε ότι οι φορείς του ελληνικού Πολιτισμού έχουν ξεχάσει κάπως αυτό το πεδίο και ό,τι διοργανώνεται συμβαίνει μόνο με ιδιωτική πρωτοβουλία, αλλά σε περιορισμένη εμβέλεια;
Όχι, δεν θα έλεγα πως το έχουν ξεχάσει, αλλά θα ευχόμουν να υπήρχε κάποιος εμπνευσμένος, κάποιος σε θέση ευθύνης με όραμα και σοβαρότητα να φέρει την όπερα κοντά στον κόσμο. Μιμούμαστε πολύ αυτά που συμβαίνουν στο εξωτερικό και έτσι δεν υπάρχει διαρκής επικοινωνία με τους ανθρώπους. Επίσης είναι σχεδόν δυσβάσταχτο για τους περισσότερους ειδικά μετά απ’ ό,τι συμβαίνει στην οικονομία, να παρακολουθήσουν την όπερα, όταν τα έσοδά τους δεν τους επιτρέπουν παρα τα απολύτως απαραίτητα. Γι’ αυτό και πηγαίνω σε μικρότερης εμβέλειας χώρους να τραγουδήσω. Το καλοκαίρι βίωσα κατι καταπληκτικό, όταν τραγούδησα στον Βύρωνα στον προαύλιο χώρο μιάς εκκλησίας. Οι γυναίκες της γειτονιάς μόλις ακουσαν να τραγουδώ ήρθαν όπως ήταν στο σπίτι με τις ρομπίτσες τους, κάθισαν εκεί και χάρηκαν το κοντσέρτο αυτό. Γι’ αυτό κάνω αυτήν την τέχνη. Γι’ αυτόν τον κόσμο. Και όπως με έχουν ονομάσει κάποιοι φίλοι μου από το εξωτερικό είμαι η “People’s Soprano”.

—Αν υπήρχε μία στιγμή στην καριέρα σας που σας πείσμωσε και σας έπεισε ότι ο κόσμος είναι ένα μάλλον εχθρικό μέρος για γυναίκες που γνωρίζουν τι θέλουν, ποια ήταν αυτή;
Ναι, υπήρχαν θέματα από την ανδροκρατούμενη κοινωνία των μουσικών, όπως και στους υπόλοιπους χώρους της κοινωνίας. Όμως, εδώ θα πω πως όσο πιο βαθιά με θάβει κανείς, τόσο πιο καλά ριζώνω. Έχω ένα τεράστιο πείσμα επιμονή και θέληση. Εγώ δεν επιδίωξα ποτέ ούτε πλεονεκτική θέση ως γυναίκα και φυσικά ούτε ανέχτηκα υποβιβασμό. Θεωρούσα πάντα τον εαυτό μου ισότιμο με οποιονδήποτε και έτσι πορεύτηκα. Όμως, θα ήθελα να πω στις γυναίκες που μας διαβάζουν να μην υποχωρούν. Να διεκδικούν με δύναμη, θάρρος και ευγένεια ό,τι τους ανήκει και να μην αφήνουν κανέναν να τις υποτιμά.
—Τι είναι αυτό που ετοιμάζετε με τον Δαυίδ Ναχμία στον «Παρνασσό»; Τι είναι τα «Ρετρό του Έρωτα» και σε ποιους απευθύνονται; Τι περιλαμβάνει το ρεπερτόριο αυτής της μουσικής συνάντησης και πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτής της σύμπραξης;
Τα ρετρό του έρωτα είναι η αναφορά σε μία συντηρητική εποχή – σκεφτείτε το διάστημα από το 1920 έως το 1950- όπου ο έρωτας, ακόμα και με αντιξοότητες, έπαιζε έναν πολύ σπουδαίο ρόλο στις ζωές των ανθρώπων. Τα τραγούδια που γράφηκαν είναι μοναδικά και οι μελωδίες τους υπέροχες. Επιλέξαμε τραγούδια διαχρονικά που αγγίζουν κάθε γενιά και αντέχουν στον χρόνο ακριβώς διότι είναι αυθεντικά. Δεν γράφτηκαν για να γίνουν σουξέ, αλλά για να εκφράσουν βαθιά συναισθήματα. Υπάρχει ευγένεια και ρομαντισμός σ’ αυτά τα τραγούδια. Είναι απλά υπέροχα.
Από την άλλη, με τον Δαυίδ ήθελα πολύ να συμπράξω σε έναν τέτοιο πρόγραμμα γιατί είναι μοναδικός στο είδος αυτό. Είναι η ειδικότητά του. Επίσης ανήκει στην κατηγορία των χαρισματικών μουσικών που η μουσική επικοινωνία μας είναι έντονη, βαθιά μοναδική χωρίς λέξεις. Πιστεύω πως όσοι έρθετε θα το χαρείτε αληθινά είτε είστε ερωτευμένοι είτε όχι! Και ποιος ξέρει; Ίσως ο δικός σας έρωτας να παραμονεύει στα σκαλιά του Παρνασσού!
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News
