Μαυροτσούκαλο και ασχημόπαπο. Αραπίνα, κοντορεβιθούλα, ζουμπουρλού, φωνακλού, απαιτητικιά και φιλάσθενη. Έτσι περιγράφει τον εαυτό της η Διδώ Σωτηρίου, βέβαιη πως η γέννησή της υπήρξε μεγάλη απογοήτευση για τη μητέρα της, που ονειρευόταν ένα ξανθό, γαλανομάτικο αγγελουδάκι.
Ανοίγει την καρδιά της η Διδώ και δε διστάζει να μιλήσει πολύ προσωπικά. Πότε; Όταν αποφασίζει, παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2021, να επισκεφθεί τη Λένα Διβάνη στον ύπνο της, για να την προτρέψει να γράψει επιτέλους την ιστορία της ζωής της, δίνοντάς της και τον τίτλο του βιβλίου: «Ονειρεύτηκα τη Διδώ».
Τέσσερα χρόνια περίμενε η συγγραφέας να κατασταλάξει μέσα της το υλικό που είχε συγκεντρώσει για το ίνδαλμά της, τη Διδώ Σωτηρίου. Είχε προλάβει να μιλήσει με τους μοναδικούς επιζώντες που την ήξεραν από την καλή και την ανάποδη, την Άλκη Ζέη και τον Νίκο Μπελογιάννη, είχε διαβάσει τα βιβλία της, είχε μελετήσει τη βιογραφία της, όπως η ίδια η Διδώ την αφηγήθηκε στη Σάσα Τσακίρη. Αλλά δίσταζε. Μέχρι που την είδε όνειρο.
«Διδώ μου, να σ’ το πω ανοιχτά, πάντα εσύ ήσουν για μένα το μέτρο της ζωής. Ποια άλλη διέσχισε όλον τον 20ο αιώνα ελαφροπατώντας πάνω στα συντρίμμια κάθε καταστροφής, που τη βρήκε σεινάμενη κουνάμενη με πέρλες και αρώματα, σαν να το ‘ξερε πώς καμιά συμφορά δεν έρχεται με άδεια χέρια; Ποια άλλη ήταν έτοιμη να τα δει όλα, να τα μάθει όλα, να τα πει όλα, να τα δοκιμάσει όλα, να τα τολμήσει όλα, κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει; […] Έβαλα αμέτι μουχαμέτι να πω την ιστορία της ζωής σου, αλλά όχι με τον συμβατικό τρόπο που γράφονται οι βιογραφίες», σημειώνει η συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πατάκη.

Δεν είναι εύκολο το στοίχημα που έβαλε η Λένα Διβάνη. Βαρετό δε θα μπορούσε ποτέ να είναι ένα βιβλίο για την περιπετειώδη ζωή της Διδώς Σωτηρίου, οι βιογραφίες όμως ενέχουν πάντα τον κίνδυνο να γίνουν αγιογραφίες, πόσο μάλλον όταν κανείς γράφει για ένα πρόσωπο που θαυμάζει απεριόριστα.
Από την άλλη, όταν πρόκειται για ανθρώπους που η ιστορία τους είναι συνυφασμένη με αυτήν του τόπου τους, όλοι περιμένουν τον/την βιογράφο στη γωνία. «Εγώ σ’ όλη μου τη ζωή πήγαινα ασορτί με την Ελλάδα. Δράμα αυτή; Δράμα κι εγώ. Αδύνατον να ξεσπάσει καταιγίδα στη χώρα και να μη βρεθώ στο κέντρο της εγώ». Δε θα μπορούσε να είναι πιο ακριβής στην περιγραφή της η Διδώ Σωτηρίου.
Και τους δύο αυτούς σκοπέλους θεωρώ ότι τους απέφυγε η συγγραφέας. Ναι, είναι το ίνδαλμά της η Διδώ, αλλά η Διβάνη είναι ιστορικός και έχει ισχυρή άποψη για τα γεγονότα που βίωσε η συνομιλήτριά της. Το βιβλίο είναι γραμμένο με τη μορφή διαλόγου, δίνοντας τη δυνατότητα στη συγγραφέα όχι μόνο να ρωτά αλλά και να τοποθετείται για τις σημαντικότερες στιγμές της ελληνικής ιστορίας του εικοστού αιώνα: Μικρασιατική Καταστροφή, Βενιζέλος, Μεταξάς, Κατοχή, Αντίσταση, Συνδιάσκεψη του Λιβάνου, Δεκεμβριανά, Ζαχαριάδης, Εμφύλιος, Επταετία, όλα συζητιούνται επί ίσοις όροις.

Οι δυο γυναίκες καταθέτουν την αλήθεια τους, συμφωνούν αλλά και διαφωνούν για κομβικά σημεία της ιστορίας. Η Διβάνη «τσιγκλάει» τη Σωτηρίου για την τάση της να τα φορτώνει όλα στον ιμπεριαλισμό, ασκεί σκληρή κριτική στη στάση του ΚΚΕ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στις αγκυλώσεις του αλλά και στην Έλλη Παππά, τη σύντροφο του Νίκου Μπελογιάννη και αδελφή της Διδώς –είναι σαφές ότι της καταλογίζει ευθύνες για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε μεγαλώνοντας ο μοναχογιός της, στον οποίο επέλεξε να δώσει το όνομα του πατέρα του, «υποθηκεύοντας» το μέλλον του.
Και μπορεί η Διβάνη με τη Σωτηρίου να μην τα βρίσκουν σε όλα, η Λένα με τη Διδώ, όμως, ανοίγουν τις καρδιές τους, μιλώντας σαν δυο φίλες, χωρίς αναστολές. Η Διδώ σκιαγραφεί το πορτρέτο του άντρα που την αγάπησε ανιδιοτελώς και τη συντρόφευσε σε όλη του τη ζωή, του Πλάτωνα Σωτηρίου, εξομολογείται, όμως, και την ύπαρξη, παράλληλα με το γάμο της, ενός παθιασμένου έρωτα με τον Αντώνη Δούμα, τον οποίο έζησε μέχρι τέλους.
Η επιλογή της να μην κάνει παιδιά, η απροθυμία της να υπακούει σε νόρμες και οι φεμινιστικές της θέσεις βρίσκουν απολύτως σύμφωνη τη Λένα Διβάνη, η οποία επιλέγει να «εκτεθεί» και η ίδια, μιλώντας επί προσωπικού.
Δεν ήταν εύκολη η ζωή της Διδώς Σωτηρίου, παρότι εκείνη αντιμετώπιζε τις δυσκολίες απτόητη και … καλοντυμένη. Στην Ελλάδα έρχεται πρόσφυγας από τη Σμύρνη, ενώ οι γονείς της την είχαν ήδη δώσει στη θεία της να τη μεγαλώσει, λόγω οικονομικών προβλημάτων –η ίδια ήταν πεπεισμένη ότι επέλεξαν εκείνη εξαιτίας της ασχήμιας της, μια πληγή που η Διβάνη αναδεικνύει.
Δραστηριοποιείται πολιτικά, γίνεται μέλος του ΚΚΕ, ασχολείται με τη δημοσιογραφία, πηγαίνει στο Παρίσι και έρχεται σε επαφή με τη διανόηση, μπαίνει στην Αντίσταση, γίνεται δημοσιογράφος και αρχισυντάκτρια στον Ριζοσπάστη.
Όταν το 1952 εκτελείται ο Νίκος Μπελογιάννης, καθώς η αδελφή της, Έλλη Παππά, παραμένει φυλακισμένη, αναλαμβάνει να μεγαλώσει τον καρπό αυτού του σκανδαλώδους, για την εποχή, έρωτα. «Εγώ παιδί δικό μου δε θα έκανα. Έτσι όμως που μου ‘πεσε αυτός από τον ουρανό, είχα τη μοναδική ευκαιρία να ζήσω δυο ειδών ζωές. Μια μεγάλη με πρωταγωνιστή τον εαυτό μου και μια μικρή αφιερωμένη σ’ εκείνον», εξομολογείται.
Ο μικρός Νίκος κάνει ακόμα ένα σπουδαίο δώρο στη Διδώ: η οικογενειακή ζωή τής εξασφαλίζει χρόνο για να γράψει λογοτεχνία. «Μερικές φορές σκέφτομαι ότι οι μοίρες, όταν γεννήθηκα, ήρθαν πάνω απ’ την κούνια μου και είπανε: “Εσύ, μικρό αραπάκι, θα μεγαλώσεις, θα περάσεις μέσα απ’ την κόλαση και μέσα απ’ τον παράδεισο του 20ου αιώνα και μετά θα στρωθείς να τα καταγράψεις όλα για να μείνουνε”. Αυτή ήταν η ευχή, αυτή και η κατάρα τους, και αυτό θα έκανα».
Τα χειρόγραφά της πολλές φορές θα χαθούν, καθώς ο κίνδυνος να συλληφθεί αν εντοπιστούν ήταν υπαρκτός. Θα σαπίσουν κρυμμένα σε υδρορροές και κήπους, θα φαγωθούν από ποντίκια, ενώ η ίδια θα «πνίξει» σε ζεματιστό νερό δεκαπέντε κεφάλαια της «Εντολής», όταν επί χούντας ειδοποιείται ότι θα πάνε στο σπίτι της ασφαλίτες. Τα βιβλία της όμως εν τέλει θα ολοκληρωθούν, χαρίζοντάς της, πρωτίστως, «τόνους αγάπης». Το μόνο που ήθελε από τη ζωή του το «μικρό μαυροτσούκαλο» είχε επιτευχθεί.
Βρείτε το βιβλίο στο LifoShop.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

