Οι γυναίκες ζωγράφοι είχαν την τιμητική τους στο Fondation Beyeler με την έκθεση Close-up και στη βροχερή Βασιλεία εννέα αίθουσες ήταν αφιερωμένες σε πορτραίτα και αυτοπροσωπογραφίες αυτών των εξαιρετικών γυναικών φωτίζοντας τις ιστορίες που συνοδεύουν το έργο τους. Στη χρονολογική αυτή έκθεση με ζωγράφους του 19ου και 20ου αιώνα ήταν διακριτό όχι μόνο το ύφος αλλά και οι προθέσεις των ζωγράφων που αλλάζουν, απελευθερώνονται και εκφράζονται με μεγαλύτερη πίστη στο έργο τους και τόλμη.
Η έκθεση τελείωνε με μια αυτοπροσωπογραφία της Μαρί Μπασκιρτσέφ και ξεκινάω ανάποδα με ένα κορίτσι που πέθανε μόλις στα 25 του χρόνια, το 1884, από φυματίωση. Το ζωγραφικό της έργο αριθμεί περίπου εκατό έργα, πολλά από τα οποία καταστράφηκαν από τους ναζί κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα, τα έργα της εκτίθενται στα σημαντικότερα μουσεία του κόσμου. Στο Μαραμπού, ο Νίκος Καββαδίας την αναφέρει γράφοντας:
Πάντα σχεδὸν τῆς Μπασκιρτσὲφ κρατοῦσε τὸ Ζουρνάλ,
καὶ τὴν Ἁγία της Ἄβιλας παράφορα ἀγαποῦσε,
συχνὰ στίχους ἀπάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ὧρες πολλὲς πρὸς τὴ γαλάζιαν ἔκταση ἐκοιτοῦσε…..
Η Μαρί Μπασκιρτσέφ, ήταν μια ταλαντούχα ζωγράφος, μια κοσμοπολίτισσα που έπαιζε μουσική, έγραφε ημερολόγιο από τα δεκατρία της χρόνια, το περίφημο «Ζουρνάλ» που αναφέρει ο Καββαδίας. Ήταν γεννημένη στην Ουκρανία και καταγόταν από οικογένεια ευγενών με τους οποίους ως παιδί ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη, ενώ σε ηλικία 12 ετών εγκαταστάθηκαν με τη μητέρα της στη Νίκαια. Μετακόμισαν στο Παρίσι και πήρε μαθήματα ζωγραφικής στην ιδιωτική Académie Julian.

Το Ζουρνάλ την έκανε διάσημη στη Γαλλία και δημοσιεύθηκε σε δεκάξι τόμους, στους οποίους περιγράφεται η ιστορία της αστικής τάξης, η απογοήτευσή της για τους περιορισμούς της παρισινής κοινωνίας όσον αφορά τις γυναίκες αλλά και η πορεία και οι αγώνες των γυναικών για να υπάρξουν στο καλλιτεχνικό και πνευματικό περιβάλλον της εποχής τους.
Το 1891 δημοσίευσε την αλληλογραφία της με τον μεγάλο έρωτα της, τον Γκυ ντε Μοπασάν. Η έντονη πολιτιστική και καλλιτεχνική δραστηριότητά της κράτησε πολύ λίγο, αλλά το φλογερό και άφοβο βλέμμα της στον πίνακα δείχνει μια γυναίκα αποφασιστική και περήφανη, μια γυναίκα πολύ μπροστά από την εποχή της, που αποτέλεσε παράδειγμα για πολλές γυναίκες καλλιτέχνες και συγγραφείς και νεαρές γυναίκες.
Μπερτ Μοριζό, Μαίρη Κασάτ, Πάουλα Μόντερσον-Μπέκερ, Λότε Λάσερστάιν, Φρίντα Κάλο, Μαρλέν Ντυμάς, Σίντι Σέρμαν, Ελίζαμπεθ Πέιτον είναι οι εννέα γυναίκες εικαστικοί που κατέχουν εξέχουσες και υποδειγματικές θέσεις στην ιστορία της τέχνης από το 1870 μέχρι σήμερα. Μέσα από τα πορτραίτα της έκθεσης αναδύεται όχι μόνο το ταλέντο αυτών των γυναικών αλλά και το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιούργησαν τα έργα τους, οι πρώτες από αυτές έζησαν τις αλλαγές μιας ολόκληρης περιόδου, όταν για πρώτη φορά ήταν δυνατό σε γυναίκες καλλιτέχνες στην Ευρώπη και την Αμερική να δραστηριοποιηθούν επαγγελματικά σε ευρεία βάση.
Στην πρώτη αίθουσα οι πίνακες της Μπερτ Μοριζό με τις γυναίκες να ατενίζουν χαλαρά τους επισκέπτες είναι σαν να φωνάζουν με αυτοπεποίθηση «είμαστε παριζιάνες». Η Μοριζό, που γεννήθηκε το 1841 σε ένα εύπορο σπίτι στο Παρίσι, έκανε ιδιαίτερα μαθήματα σχεδίου και ζωγραφικής και ήρθε σε επαφή από νωρίς με καλλιτέχνες όπως ο Εντουάρ Μανέ και ο Εντγκάρ Ντεγκά. Ο Ντεγκά ανήκε στον κύκλο των νέων ζωγράφων που αντιτάχθηκαν στη συντηρητική καλλιτεχνική άποψη της Ακαδημίας Καλών Τεχνών και του Salon de Paris, και οργάνωσαν τις ιμπρεσιονιστικές εκθέσεις μόνοι τους. Το 1874, ο Μοριζό έλαβε μέρος στην πρώτη από αυτές τις εκθέσεις ως συνιδρυτής. Τα περισσότερα από τα έργα της έκθεσης δημιουργήθηκαν μεταξύ 1869 και 1885, την περίοδο κατά την οποία το ιμπρεσιονιστικό στυλ της έφτασε στην πλήρη ανάπτυξή του. Οι πίνακες απεικονίζουν το καθημερινό περιβάλλον του καλλιτέχνη, απεικονίζοντας τη σύγχρονη αστική ζωή στην οικιακή σφαίρα, στους χώρους που ήταν ανοιχτοί για γυναίκες της κοινωνικής της καταγωγής. Τα μοντέλα της είναι συχνά μέλη της οικογένειας, υπηρέτριες και νεαρές γυναίκες από τον κύκλο των γνωστών της.

Στη δεύτερη αίθουσα βρίσκονται τα έργα της Αμερικανίδας Μαίρη Κασάτ που γεννήθηκε το 1844 και όταν έφτασε στο Παρίσι ήταν ήδη μια άρτια καταρτισμένη καλλιτέχνις. Είχε μια προοδευτική άποψη για την κοινωνική θέση των γυναικών, όχι ασυνήθιστη μεταξύ των επιφανών γυναικών της γενιάς της στην πατρίδα της. Όταν εξέθεσε στο Παρίσι και ο Ντεγκά είδε τα έργα της για πρώτη φορά το 1874, εκτίμησε την τέχνη της, μπήκε στον κύκλο των ιμπρεσιονιστών όπου γνώρισε τη συνομήλική της Μπερτ Μορισό. Αυτό το νέο καλλιτεχνικό περιβάλλον της έδωσε την ελευθερία να συνδυάσει τις προσεγγίσεις που ανέπτυξαν οι ιμπρεσιονιστές για να αποτυπώσει τη σύγχρονη αστική ζωή με τη δική της αντίληψη, η οποία διαμορφώθηκε από το γαλλοαμερικανικό υπόβαθρο και την εκπαίδευσή της. Η Κασάτ ζωγράφισε μητέρες και παιδιά, κυρίως γυναίκες του προσωπικού της κύκλου σε ιδιωτικούς και οικιακούς χώρους, για παράδειγμα διαβάζοντας ή πίνοντας τσάι. Υπάρχει όμως ένας πίνακας με μια κομψά ντυμένη νεαρή γυναίκα στο θεωρείο του θεάτρου, μια εξαίρεση στα έργα της με μόνο αυτό να δείχνει μια γυναίκα σε δημόσιο χώρο.

Αλλαγή στιλ με μια Γερμανίδα ζωγράφο, την Πάουλα Μόντερσον Μπέκερ που γεννήθηκε το 1876 και μπορεί να θεωρηθεί ως η πρώιμη πρωτοπόρος του μοντερνισμού. Τα έργα της σύντομης ζωής της-πέθανε σε ηλικία 31 ετών χωρίζονται σε δυο περιόδους και τοποθεσίες, στο Worpswede στη Βόρεια Γερμανία, μια τυπική αποικία καλλιτεχνών του δέκατου ένατου αιώνα, ξεχωριστή και ανεξάρτητη από τις ακαδημίες και την παραδοσιακή τους κατανόηση της τέχνης, και από την άλλη το Παρίσι, το μητροπολιτικό επίκεντρο των διεθνών πρωτοποριών. Ενώ η Μόντερσον-Μπέκερ ζωγράφιζε τοπία, νεκρές φύσεις και απεικονίσεις μορφών που μοιάζουν με το είδος, το πορτραίτο κατείχε ξεκάθαρα το επίκεντρο της δουλειάς της. Οι αυτοπροσωπογραφίες της εκφράζουν την τόλμη της στην απεικόνιση της ρεαλιστικής ομοιότητας και της συναισθηματικής έκφρασης που χαρακτηρίζουν ένα πρόσωπο ή μια φιγούρα.

Von der Heydt-Museum Wuppertal. Φωτο: Antje Zeis-Loi, Medienzentrum Wuppertal
Η επόμενη αίθουσα είναι αφιερωμένη στην Βερολινέζα Λότε Λάσερστέιν που γεννήθηκε το 1898 και εκφράζει με το έργο της τον ρεαλισμό όπως εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1920 παράλληλα με την τέχνη της Νέας Αντικειμενικότητας. Πριν μεταναστεύσει αναγκαστικά στη Σουηδία, τοποθετεί τα πορτραίτα και τις φιγούρες της στη μητρόπολη του Βερολίνου στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.
Παρουσιάζει είδη καθημερινής σύγχρονης ζωής, ιδιαίτερα τη «Νέα Γυναίκα», η εικόνα της οποίας στη συνέχεια διαδόθηκε στη φωτογραφία, τα περιοδικά και τον κινηματογράφο. Η συγκεκριμένη ένταση που βρίσκεται στα έργα της Λάσερστάιν αυτής της περιόδου προκύπτει από τον συνδυασμό της αποφασιστικά μοντέρνας της ματιάς με το ελαφρώς μελαγχολικό παραδοσιακό της στυλ ζωγραφικής σε γήινους τόνους.

Αναμφισβήτητα σταρ και αυτής της έκθεσης η Φρίντα Κάλο που με τα πορτραίτα της, περισσότερο ή λιγότερο γνωστά αποκαλύπτει την πλούσια και μοναδική εικαστική της γλώσσα. Η γεννημένη το 1907 Φρίντα, έχει την αυτοπροσωπογραφία στο επίκεντρο της δουλειάς της, με την προσέγγισή της να διαφέρει έντονα από τις συμβατικές έννοιες της προσωπογραφίας.
Για πολύ καιρό, αυτές οι αυτοπροσωπογραφίες ερμηνεύονταν αποκλειστικά με φόντο την προσωπική ζωή της Κάλο. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, δεν επιχειρούν να συλλάβουν τον βιογραφικό εαυτό, αλλά μάλλον είναι εξαιρετικά κατασκευασμένες αναπαραστάσεις με την αίσθηση της μεταμφίεσης. Το σταθερά όμορφο και σοβαρό πρόσωπο της θυμίζει αναγεννησιακό πορτρέτο μέσα σε βελούδινα ρούχα, σε πλούσια φυλλώματα της μεξικάνικης φύσης, εξωτικά πουλιά και τον παπαγάλο της Bonito.

Η Άλις Νιλ είναι η φετινή «ανακάλυψη» μετά τη θριαμβευτική της έκθεση στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Κλασική ζωγράφος πορτραίτων, δραστηριοποιήθηκε τόσο στην προπολεμική όσο και στη μεταπολεμική περίοδο, επηρεάστηκε έντονα από την παράδοση του αμερικανικού ρεαλισμού. Ζωγράφισε πορτρέτα από ζωντανά μοντέλα ή από μνήμης, ενώ άλλα στράφηκαν στην αφαίρεση. Τα πορτρέτα της απεικονίζουν άτομα από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και υπόβαθρα, επιλεγμένα από τη γειτονιά της ή από τους γνωστούς, τους φίλους και την οικογένειά της. Από τη μια αντανακλούν τις επισφαλείς συνθήκες της Νιλ ως γυναίκας και ανύπαντρης μητέρας στη Νέα Υόρκη, όπου είχε εγκατασταθεί το 1932. Το έργο της αντανακλά μια άποψη της αμερικανικής κοινωνίας στη δεκαετία του 1930 έως τη δεκαετία του 1960 από την οπτική γωνία μιας καλλιτέχνιδας πολιτικά αφοσιωμένης στην ισότητα και τα ακτιβιστικά κινήματα κατά των φυλετικών διακρίσεων. Τα ζητήματα που εξέτασε διαμόρφωσαν αποφασιστικά την καθημερινή ζωή της Άλις Νιλ στην εθνοτικά και πολιτισμικά ποικιλόμορφη γειτονιά της Νέας Υόρκης του Ισπανικού Χάρλεμ.

Γεννημένη στη Νότια Αφρική, η Μαρλέν Ντυμάς το 1953, μετακόμισε στο Άμστερνταμ το 1976 αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές τέχνης στο Κέιπ Τάουν. Για πρώτη φορά μπόρεσε να κοιτάξει τα πρωτότυπα παλαιών και νέων ευρωπαϊκών και αμερικανικών έργων τέχνης, τα οποία μέχρι τότε είχε δει μόνο σε αναπαραγωγές. Αυτό ήταν και το κλειδί της προσωπικής της εξερεύνησης με την ανθρώπινη φιγούρα στο επίκεντρο της δουλειάς της. Ως αφετηρία για τους πίνακές της, τα σχέδια και τις ακουαρέλες της, χρησιμοποιεί φωτογραφίες που αντλήθηκαν από διάφορες πηγές, όπως εφημερίδες και περιοδικά ή στιγμιότυπα ταινιών, που συγκεντρώθηκαν με τα χρόνια. Με τη ζωγραφική της χειρονομία, μεταμορφώνει την αρχική εικόνα σε έναν συναρπαστικό, ενίοτε ανησυχητικό και βαθιά συγκινητικό πίνακα. Στα ατομικά και ομαδικά της πορτρέτα ασχολείται με θέματα τόσο επίκαιρα όσο και διαχρονικά όπως η αγάπη, η σεξουαλικότητα, ο θάνατος, η ταυτότητα και το πένθος. Η Ντυμάς σε αυτή την έκθεση έχει ζωγραφίσει την Κάλλας σε ένα πορτραίτο, που ονομάζει «Δόντια», με ακραίο κοντινό πλάνο, εμφανίζοντας ευδιάκριτα το ορθάνοιχτο στόμα και τα γυμνά δόντια. Η εικόνα απεικονίζει θλίψη, πόνο, θυμό ή ίσως ακραία χαρά; Όπως πολλά από τα έργα της Μαρλέν Ντυμάς αυτός ο πίνακας βασίζεται σε μια φωτογραφία, δηλαδή ένα ασπρόμαυρο πορτρέτο της διάσημης τραγουδίστριας της όπερας. Η Ντυμάς δεν επέλεξε μια λαμπερή πόζα, στην οποία ο θεατής θα αναγνώριζε εύκολα το διάσημο αστέρι. Η ζωγραφική της χειρονομία μας επιτρέπει να συμμετέχουμε σε μια άκρως αμφίθυμη και βαθιά ανθρώπινη συναισθηματική κατάσταση.

Μοναδική περίπτωση στον κόσμο της τέχνης, η Σίντι Σέρμαν, γεννημένη το 1954 ανήκει στην πρώτη γενιά που μεγάλωσε με την τηλεόραση. Το έργο της διαμορφώνεται από τη διαμεσολαβημένη άποψή μας για τον κόσμο και τη δύναμη της εικόνας των μέσων ενημέρωσης. Αντλεί έμπνευση από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, τη φωτογραφία μόδας, τη διαφήμιση και την ανεξάντλητη πλημμύρα εικόνων που βρίσκονται στο Διαδίκτυο. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Σέρμαν εστιάζει στα φωτογραφικά πορτρέτα, ενεργώντας τόσο πίσω όσο και μπροστά από την κάμερα ως φωτογράφος, σκηνοθέτης και μοντέλο. Στο στούντιο της στη Νέα Υόρκη, μεταμορφώνεται σε φανταστικούς χαρακτήρες, σκηνοθετώντας τον εαυτό της ως ηθοποιό του Χόλιγουντ, μοντέλο, νοικοκυρά, βαμπ ή κλόουν. Εξερευνά θέματα όπως η ομορφιά, η ηλικία και το φύλο, η αμφισβήτηση και το πώς πεθαίνουν οι κατασκευές της γυναικείας ταυτότητας, των κοινωνικών ρόλων και των στερεοτύπων. Για περισσότερο από 40 χρόνια, η σειρά πορτρέτων της παρείχε μια ασυνήθιστη και ανένδοτη άποψη της κοινωνίας.

Στο ένατο δωμάτιο της έκθεσης τα πορτραίτα της Αμερικανίδας Ελίζαμπεθ Πέιτον, γεννημένης το 1954 που ανάμεσα σε νεκρές φύσεις και τοπία, επικεντρώνεται στο πορτραίτο και από τη δεκαετία του 1990, δίνει νέα επικαιρότητα στο είδος με τις ελαιογραφίες, τις ακουαρέλες, τα σχέδια και τα τυπώματά της. Η Πέιτον ζωγραφίζει κοντινούς της ανθρώπους καθώς και διασημότητες από διαφορετικές εποχές και περιβάλλοντα των οποίων η ζωή και η δημιουργικότητα την εμπνέουν. Οι πίνακές της έχουν ως αφετηρία φωτογραφίες, λογοτεχνικές και μουσικές εμπνεύσεις, δικές της αναμνήσεις. Έχει ματιά υποκειμενική, με ενσυναίσθηση και μας μεταφέρει τη βαθιά οικειότητα που έχει με τα θέματά της. Η ομορφιά, η αγάπη και η ατομικότητα είναι τα βασικά θέματα της δουλειάς της σε πορτραίτα που οι φιγούρες φαίνονται νεανικές, συχνά χαμένες στις σκέψεις τους, γεμάτες υποσχέσεις και δυνατότητες στην αρχή του ταξιδιού της ζωής τους. Στο έργο της Two Greek Girls + Peonies πίσω από ένα βάζο με παιώνιες σε πρώτο πλάνο δυο γυμνά κορίτσια αγκαλιάζονται, ενώ σε ένα άλλο η γλύπτρια Καμίλ Κλοντέλ είναι βυθισμένη στο μοντέλο μιας μεγάλης φιγούρας με την οποία γνώρισε μεγάλη αναγνώριση στο Salon des Artistes Français το 1888.

Στο μεγάλο τελευταίο δωμάτιο ταινίες μικρού μήκους και κείμενα μας επιτρέπουν να γνωρίσουμε καλύτερα τις γυναίκες δημιουργούς. Όλες τους, με τον τρόπο τους πολέμησαν τις αντιξοότητες και απέκτησαν τη δική τους γλώσσα σε ένα κόσμο αχανή, ανδροκρατούμενο, συχνά συντηρητικό και απορριπτικό. Ακόμα και αν μερικά από τα έργα τους μοιάζουν να μη μας αφορούν στον 21ο αιώνα, είναι αυτές που κατέγραψαν μέσα από αυτά και μια εποχή με την προσωπική και πολύ ιδιαίτερή τους παρατήρηση ζωγράφισαν τον κόσμο τους και ολόκληρο των κόσμο ων φύλων, των φυλών και των τάξεων. Τα έργα τους είναι μια μαρτυρία για τις αλλαγές μέσα στους αιώνες.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News
