Οι περισσότεροι με τον Παπαδιαμάντη “συστηνόμαστε” στο σχολείο μέσα από κάποιο αποσπασματικό ανάγνωσμα ή κάποιο “εξωσχολικό” βιβλίο για την ολοκλήρωση μιας εργασίας.
Μετά, μπορεί τυχαία – μπορεί και όχι, ξαναπέφτουμε πάνω στον Σκιαθίτη ως νεαροί ενήλικες, αναζητώντας λεπτομέρειες για κάτι νεότερο που μπορεί να διαβάσαμε ή να ακούσαμε και αναθέρμανε το ενδιαφέρον μας γι’ αυτή την τρομερή περίπτωση συγγραφέα και ανθρώπου.
Και στο τέλος, ενήλικες πια, έχοντας γνωρίσει λίγα ή πολλά από τα βάρη και τις απογοητεύσεις που κρύβει η ελληνική ζωή -στην πόλη ή στην περιφέρεια, και για τα δύο είχε προνοήσει να καταγράψει ο σπουδαίος των γραμμάτων μας- καταφεύγουμε στον Παπαδιαμάντη, ξανά και ξανά, σαν σε καταφύγιο αναγνωστικό και ανθρώπινο, σαν σε μία αόρατη πατρική φιγούρα, που ίσως έχει κάποια απάντηση για μια ανορθόδοξη συμπεριφορά ή για ένα ανθρώπινο πάθος, το οποίο δεν καταφέραμε να εννοήσουμε με την πρώτη.
Τα τελευταία χρόνια, όλο και πιο συχνά, όλο και περισσότερο, μέσω ερευνών, συγγραμμάτων και διατριβών αποσαφηνίζεται η επίγνωση του Παπαδιαμάντη για τις διαβρωτικές συνέπειες που σηματοδοτούσαν για τη γυναίκα οι διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα, ειδικά στις περίκλειστες κοινωνίες.
Όμως, για τη γυναίκα αναγνώστρια, η λογοτεχνία του Παπαδιαμάντη μπορεί να φτάσει ακόμα πιο μακριά και να σημαίνει πολύ περισσότερα από αυτά που πέρασε ο αναχωρητής διανοούμενος και δεινός γραφιάς μέσα από την Τέχνη του.
Τα τελευταία χρόνια, όλο και πιο συχνά, όλο και περισσότερο, μέσω ερευνών, συγγραμμάτων και διατριβών αποσαφηνίζεται η επίγνωση του Παπαδιαμάντη για τις διαβρωτικές συνέπειες που σηματοδοτούσαν για τη γυναίκα οι διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα, ειδικά στις περίκλειστες κοινωνίες.
Η είδηση ότι “Η Φόνισσα”, η σπουδαιότερη και ίσως η πιο ανατρεπτική νουβέλα του Παπαδιαμάντη γίνεται ταινία, πυροδοτεί εκ νέου τις συζητήσεις για το φύλο που εισηγήθηκε ο Σκιαθίτης σε μια εποχή που η γυναίκα -αλίμονο- άξιζε όσο η προίκα της, τα ασπρόρουχα και το βιος του πατρός της.
Μια σειρά από ζητήματα, επίκαιρα και το ίδιο ηλεκτροφόρα μέχρι σήμερα, θίγονται μέσα από την τρομερή ηρωίδα που ακούει στο όνομα Χαδούλα ή Φραγκογιαννού: η ζήση στο περιθώριο της κοινωνίας της εποχής της, το αίσθημα της υπηρεσίας προς τους άλλους, η βεβαιότητα ότι αδικήθηκε, η φτώχεια και το πενιχρό μερίδιό της στην οικογενειακή νομή πλάθουν ένα πλάσμα που είναι και το γνωρίζει ότι είναι αδικημένο και γι’ αυτό έτοιμο, έτοιμο για όλα, ακόμα και για την απόδοση μίας παράλογης δικαιοσύνης ή έστω αποτροπής περαιτέρω αδικιών.

Ο μισογυνισμός -λέξη και όρος άγνωστος στην ανατολή του 1900 που εκδίδεται “Η Φόνισσα”- που διατρέχει τις φρικτές πράξεις της Φραγκογιαννούς είναι η απάντηση και όχι η ερώτηση για τον Παπαδιαμάντη που στο πρόσωπο της “βλέπει” τις αδικίες της πατριαρχίας να της επιστρέφονται ως εκδίκηση και ανακούφιση ταυτόχρονα: η Φραγκογιαννού σε όλα τα θηλυκά παιδιά που σκοτώνει “αντικρίζει” τη δική της δυστυχία, μια δυστυχία που μπορεί να μην αρχίσει καν, αν τερματιστεί η ζωή του κοριτσιού.
Η Φραγκογιαννού είναι μια σκληρή, πλην βαθιά πληγωμένη γυναίκα που δεν μπορεί να “δει” τίποτα θετικό στη ζωή μιας γυναίκας, ακριβώς λόγω του φύλου της.
Η γέννηση κοριτσιών στο φτωχό, ατροφικό σύστημα αξιών της, είναι βάρος για την οικογένεια που τα φέρνει στον κόσμο και ο αφανισμός τους, ανακούφιση. Φυσικά, χωρίς να το ομολογεί πουθενά, η αλληλουχία των πράξεών της είναι μια ομολογία της άποψης που έχει τόσο για το φύλο της όσο και η μύχια επιθυμία της να μην είχε γεννηθεί ποτέ, όχι ως γυναίκα, τουλάχιστον.
Ακόμα και έτσι όμως, ακόμα και πίσω από όλη αυτή τη θηριωδία της φόνισσας, ο Παπαδιαμάντης -πέρα από / και παρά τις θρησκευτικές του ανησυχίες- καταφέρνει να δει μία εξαιρετικά πληγωμένη γυναίκα, που υπέφερε από τις αδικίες που επέσυρε το φύλο της (μεγεθυμένες στην εποχή τους) και να κατανοεί το κίνητρο και το έμφυλο υπόβαθρο της κάθε της κίνησης, όσο κυνική και ασυναισθημάτιστη και αν εμφανίζεται.
Πρωτοφεμινιστής, λοιπόν, ο Παπαδιαμάντης σε μια εποχή που σάρωναν τα ρομαντικά πονήματα στο άστυ και η γυναίκα στην επαρχία άξιζε λιγότερο από ένα ζώο; Φυσικά και θα υπάρξουν αντιρρήσεις με επιχείρημα το γλωσσικό ιδίωμά του, το οποίο έπαιρνε φωτιά, όταν επεξεργαζόταν χαρακτηρισμούς για γυναίκες (“γουρουνοποδαρούσα”, “γυφτοκόνισμα”, “ξόγανο”, “μαυροτσούκαλο”, κ.α). Όμως, γνωρίζοντας εκ προοιμίου ότι ο Παπαδιαμάντης ήταν πάντα με τη μεριά των περιθωριακών και των αδικημένων, μόνο για μισογυνισμό δεν μπορεί να τον κατηγορήσει κανείς.
Ωστόσο, υπάρχουν αρμοδιότεροι για να απαντήσουν στο συγκεκριμένο ερώτημα και μερικά πραγματικά σπουδαία συμπεράσματα για το φύλο στο έργο του Παπαδιαμάντη μπορούν να εντοπιστούν σ’ αυτή την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διδακτορική διατριβή για την “Κοινωνική Θέση των Γυναικών στο Έργο του Παπαδιαμάντη” της Μαρίας Γκασούκα (1995), καθώς και στο πρωτότυπο “Η Γυναίκα στα Διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη” της Αγγελικής Ταλίγκαρου (εκδόσεις “Μαλλιάρης”).
Και επειδή πολλ@ έχουν τη συνηθεια να φρεσκάρουν τη μνήμη τους, πριν παρακολουθήσουν στο σινεμά τη μεταφορά ή τη διασκευή ενός αγαπημένου βιβλίου, μπορείτε να φρεσκάρετε στη μνήμη σας ή να δοκιμάσετε για πρώτη φορά μια κατάβαση στον σκοτεινό κόσμο της της Φραγκογιαννούς εδώ, όπου υπάρχει online διαθέσιμο όλο το έργο του κορυφαίου Έλληνα λογοτέχνη.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Αγαπημένος συγγραφέας. Σε όλα τα έργα του είναι έκδηλη η ενσυναισθηση.