Σκύβει κανείς μπροστά στην ανασφάλεια του αγνώστου και στην πιθανότητα αποτυχίας, ή τα σπρώχνει όλα πέρα με προτεταμένα στήθη κι αρπάζει τη μοίρα του από το λαιμό;
H υπόθεση του βιβλίου του Ian McEwan On Chesil Beach είναι απλή όσο και κομβική σαν το παραπάνω υποθετικό ερώτημα: Είναι 1962. Η Florence Ponting και ο Edward Mayhew, νεαροί Βρετανοί νεόνυμφοι που προσπαθούν να ολοκληρώσουν την γαμήλια νύχτα σε ένα παραθαλάσσιο ξενοδοχείο που βλέπει στην παραλία του Chesil, είναι κι οι δύο παρθένοι. Όμως τα προβλήματα τους οφείλονται λιγότερο στην απειρία τους και περισσότερο στην απουσία ενός κοινόχρηστου λεξιλογίου για να εκφράζει τα συναισθήματα και τις επιθυμίες τους. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουν την αποτυχία τους. Στις δεκαετίες που μεσολάβησαν έκτοτε, δεν μιλάμε και για τίποτα άλλο. Αυτό από μόνο του ήταν ικανός λόγος να μου δημιουργήσει αναγνωστικό ενδιαφέρον, το διάκενο μεταξύ των εποχών, χώρια την ρυθμική, σχεδόν ποιητική, λιτή πρόζα του McEwan.
«Αυτή ήταν ακόμα η εποχή –θα τελείωνε αργότερα σε εκείνη τη διάσημη δεκαετία– που το να είσαι νέος ήταν ένα κοινωνικό βάρος, ένα σημάδι ασχετοσύνης, μια αμυδρά ενοχλητική κατάσταση για την οποία ο γάμος ήταν η αρχή μιας θεραπείας. Σχεδόν άγνωστοι, στάθηκαν, παράξενα μαζί, σε μια νέα κορύφωση της ύπαρξης, χαρούμενοι που η νέα τους ιδιότητα υποσχόταν να τους αναβαθμίσει από την ατελείωτη νιότη τους – ο Edward και η Florence, επιτέλους ελεύθεροι!»
Παλιά έκαναν σεξ και δεν μιλούσαν γι’αυτό. Κι ο γάμος αποτελούσε ορόσημο ενηλικίωσης.
Όπως περιγράφει αλλού ο Philip Larkin,
“Up to then there’d only been
A sort of bargaining,
A wrangle for the ring,
A shame that started at sixteen
And spread to everything.”
Σήμερα μιλάμε διαρκώς γι’αυτό, αλλά πόσο γίνεται;
Ο McEwan εξερευνά, με κοφτή ειλικρίνεια, και τον φακό του ερευνητή της ανθρώπινης φύσης, όπως και στο πιο γνωστό Atonement (Εξιλέωση), τις γκρίζες ζώνες μεταξύ της ερωτικής αθωότητας και της σαρκικής γνώσης. Και εστιάζει στην αδράνεια. Ο Edward, ανυπόμονος για την ολοκλήρωση του μακρόσυρτου φλερτ με τα σποραδικά αγγίγματα, εκνευρίζεται με την ανταπόκριση της Florence, ενώ τρέφει προσωπικές ανασφάλειες ερωτικής απόδοσης. Ωστόσο οι ανησυχίες της Florence είναι βαθύτερες: την κυριεύει η απόλυτη αηδία στην ιδέα της σωματικής επαφής, ενώ ταυτόχρονα φοβάται να απογοητεύσει τον σύζυγό της όταν τελικά θα ξαπλώσουν μαζί στη νυφική παστάδα.
Σήμερα δεν θα χαρακτηρίζαμε την Florence ψυχρή, όπως την κατηγορεί ο σύζυγός της πάνω στην -μάλλον κοινότυπη- αποτυχία της κλινοπάλης, αλλά ίσως asexual, ή κάποιον άλλον όρο του ασεξουαλικού φάσματος. Όμως καθώς σε μια περιγραφή γεμάτη ευαισθησία ο συγγραφέας της βάζει να ξυπνάει μια κάποια σαρκική επιθυμία μέσα της, χωρίς να προλάβει να την συνεπάρει στους ρυθμούς της ολοκλήρωσης, συνειδητοποιούμε κάτι άλλο φρικιαστικό. Είναι ο υπαινιγμός ότι ίσως η Florence έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά από τον ίδιο της τον πατέρα που ρίχνει άλλη μια σκιά “κοινωνικής ομερτά” της προ-60s εποχής πάνω στον χαρακτήρα. Μια ανάμνηση φευγαλέα, εντελώς διακριτικά δοσμένη, της οποίας μόνο η εντύπωση του Edward συναντώντας τον μέλλοντα πεθερό του θα μπορούσε να μας υποψιάσει. Οι συγκρατημένες αναφορές στα ταξίδια πατέρα-κόρης με το σκάφος, όταν εκείνη ήταν 12, ο μεταλλικός ήχος της ζώνης και των κερμάτων στην τσέπη ενώ εκείνος γδύνεται, το κλείσιμο των ματιών της, ωστόσο μας υπαινίσσονται ένα δομικό σημείο του βιβλίου: πώς αναρρώνουν, αν ποτέ αναρρώνουν, τα θύματα ενδοοικογενειακής κακοποίησης;
Στο μεταξύ η αφήγηση κινείται σαν μέσα από ένα σπείραμα που καταγράφει μπρος-πίσω στον αφηγηματικό χρόνο την γνωριμία των δύο χαρακτήρων και το υπόβαθρό τους. Ο Edward και η Florence γνωρίζουν ο ένας τον άλλον σε μια συνάντηση αφοπλισμού στην πανεπιστημιούπολη της Οξφόρδης, φλερτάρουν, αλλά διαισθανόμαστε το μικρό, πλην όχι ασήμαντο, ταξικό χάσμα τους. Εκείνη είναι κόρη ενός εργοστασιάρχη και μιας καθηγήτριας φιλοσοφίας. Ο πατέρας του Έντουαρντ είναι δάσκαλος, ενώ η μητέρα του, η οποία τραυματίστηκε σε ένα ατύχημα στην αποβάθρα του τραίνου στο κεφάλι όταν ο Έντουαρντ ήταν παιδί, ζωγραφίζει και φτιάχνει κολάζ. Την βλέπουμε με τα μάτια του αναγνώστη να περιφέρεται στο σπίτι και στον κήπο σε κατάσταση μόνιμης σύγχυσης, για την οποία κανείς δεν μιλάει ξεκάθαρα -άλλη μια σύμβαση της εποχής, στην οποία δεν μιλούσαν για ό,τι περισσότερο πονούσε. Η Florence είναι επιπλέον μια κλασική βιολονίστρια, κι ιδρύτρια ενός φιλόδοξου κουαρτέτου εγχόρδων. Ο Έντουαρντ, απόφοιτος ιστορίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, προτιμά τα μπλουζ κι ονειρεύεται να γράψει μια σειρά από δημοφιλή βιβλία εκλαϊκευμένης ιστορίας. Ταιριάζουν, σε πνευματικό επίπεδο και σε επίπεδο συντροφικότητας, κι ένα θέμα του βιβλίου είναι το πώς δεν χρειάζεσαι ακριβώς το σεξ για να είσαι φτιαγμένος για τον άλλον -όταν όμως λείπει, δεν υπάρχει κάτι άλλο παρά μόνο αυτό. Το παλιό κλισέ ότι το μόνο που χρειάζεσαι είναι η αγάπη αντηχεί κούφιο.
Το «On Chesil Beach» έχει μια πικρά νοσταλγική απόχρωση, με περιστασιακές φράσεις που προμηνύουν τις τεράστιες αλλαγές που θα έρθουν στη δεκαετία της νεανικής απελευθέρωσης.
Ο McEwan ανήκει “στου ‘60 τους εκδρομείς” που θα έλεγε κι ο δικός μας τραγουδοποιός, χωρίς ωστόσο να χρωματίζει τους ήρωές του καθώς προηγούνται μια δεκαετία. Τα ανείπωτα είναι πιο σημαντικά από αυτά που λέγονται στην Παραλία του Chesil κι αυτό κάνει την μυθιστορηματική εξέλιξη μια προσωπική υπόθεση του αναγνώστη, κάτι που ανθίζει μέσα του. Ευαισθητοποιεί στο πώς αντιδρούμε σε διάφορα περιστατικά και πώς αυτή η αντίδραση, σε συνδυασμό με τη σιωπή ή την έλλειψη επικοινωνίας, μπορεί να καθορίσει το αποτέλεσμα μια ολόκληρης ζωής.
Φαντάζομαι αυτή τη γαμήλια νύχτα, να εκτυλισσόταν κάποια χρόνια αργότερα, κι αυτό το περιστατικό λέω πως θα μπορούσε καθόλου να μην είχε συμβεί. Εντούτοις τα ανείπωτα, τα μυστικά μαζί με την περηφάνια, τις προσδοκίες και τις ανασφάλειες συγκλίνουν ακόμη και σήμερα στην καταστροφή, στις ζωές όπου αναρωτιόμαστε “τι θα γινόταν αν…”.
Και καθένας κάνει μόνος του ταμείο στο τέλος, σαν τον Edward.
Το βιβλίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο τo 2017 από τον Dominic Cooke, σε σενάριο του συγγραφέα, με πρωταγωνιστές τους Billy Howle και την Saoirse Ronan.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News



Ωραία ανάλυση. Τόσο το βιβλίο όσο και ταινία αξίζουν πράγματι προσοχής. Η ταινία πέρα από τις εξαιρετικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών της, σου αφήνει μια βαθιά θλίψη, το κενό που σου αφήνει κάθε ανεκπλήρωτο, όπως και το βιβλίο άλλωστε. Αν θυμάμαι καλά όμως στο βιβλίο οι πρωταγωνιστές δεν ξανασυναντιούνται και περνάνε παλλά χρόνια μέχρι ο άντρας να παραδεχτεί στον εαυτό του το πόσο είχε αγαπήσει αυτή τη γυναίκα. Στην ταινία υπάρχει μία τελευταία συνάντηση των πρωταγωνιστών σε μεγάλη ηλικία. Οι άκαμπτοι χαρακτήρες των ανθρώπων δυστυχώς μπορούν να καθορίσουν τη ζωή με μη αναστρέψιμες συνέπειες και να τραυματίσουν βαθιά ανθρώπους.
Ευχαριστώ. Την ταινία δεν την έχω δει, μόνο το βιβλίο έχω διαβάσει. Ωστε δεν μπορώ να κάνω τη σύγκριση του τέλους μεταξύ των δύο, κρατιέμαι από αυτό που μας λες. Στο βιβλίο ούτε να την ακούσει να παίζει με το κουαρτέτο δεν θέλησε, οπότε η αίσθηση του ανεκπλήρωτου ήρθε με τεράστια καθυστέρηση. Και κυρίως η συνειδητοποίηση του ότι κάποιες σχέσεις είναι φτιαγμένες να λειτουργήσουν αν δεν υπήρχε μια κρίσιμη συνθήκη. Eπειδή όμως υπάρχει προτιμούν να μην χαλάσουν την ανάμνηση του τι θα μπορούσε να συμβεί με το πώς θα πραγματοποιούνταν ρεαλιστικά σε παρόντα χρόνο. Αναρωτιέμαι σ’αυτό αν επηρεάστηκε ο McEwan… Διαβάστε περισσότερα »
Θα μπορούσε ο McEwan να έχει επηρεαστεί από τα Χρόνια της Αθωότητας, αφού το τελευταίο γράφτηκε πολλά χρόνια πριν (1920). Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο της Warton, έχω δει μόνο την ταινία. Eκεί στην τελευταία σκηνή υπάρχει κάτι παρόμοιο με τον πρωταγωνιστή να περιμένει κάτω και να αρνείται να ανέβει, για να δει τη γυναίκα που αγάπησε, έστω και σε μεγάλη ηλικία. ‘Αλλο ένα ανεκπλήρωτο που παραμένει ιδανικό, για να μην “χαλάσει”, όπως λες, ο πρωταγωνιστής την ανάμνηση. Και δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα γινόταν, αν συναντούσαν ο ένας τον άλλο, έστω και σε μεγάλη ηλικία. Βέβαια υπάρχει και… Διαβάστε περισσότερα »
To θεωρώ προτεινόμενο το Age of Innocence κι η ταινία ήταν εκπληκτικά πιστή στο πνεύμα του βιβλίου (την κοινωνική βία πάνω στο προσωπικό συναίσθημα), το περιγράφεις πολύ ωραία.
Νομίζω ότι στον Μαρκές έχουμε ιδιαίτερη περίπτωση επειδή προβληματίζει τον συγγραφέα ένα άλλο θέμα, το πώς θεωρείται δικαιοδοσία της νεότητας ο έρωτας και το πάθος. Έτσι βάζει τους πρωταγωνιστές να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία σε μεγάλη ηλικία. Η συνειδητοποιηση της θνητότητας σβήνει μόνο με την ερωτική διάσταση. Πολύ σωστά, δίψα για ζωή!
Aυτό που μου άρεσε στο βιβλίο του Μαρκές είναι ότι ο πρωταγωνιστής θέλει να ζήσει τον έρωτά του χωρίς ενοχές για την ηλικία του και το κάνει, διεκδικεί το δικαίωμα στο πάθος και παρασέρνει και τη γυναίκα που έχει πολύ περισσότερες αναστολές στην αρχή. Στα Χρόνια της Αθωότητας η αίσθηση καθήκοντος του πρωταγωνιστή προς το παιδί που θα γεννιόταν τον οδηγεί στο να πάρει μια απάνθρωπη για τον εαυτό του απόφαση, να μη ζήσει τον έρωτά του με τη γυναίκα που είχε ερωτευτεί. Το δίδυμο Ντάνιελ Ντε Λούις και Μισέλ Φάιφερ είναι εξαιρετικό στην ταινία με ερμηνείες γεμάτες ευαισθησία. Και… Διαβάστε περισσότερα »
Ωραίο διάλογο κάνουμε. 🙂
Ίσως η διαφοροποίηση των δυο κοινωνιών, της λατινογενούς και της wasp της Νέας Υόρκης, να είναι στον πυρήνα της διαφοράς επί της “δικαίωσης” επί του συναισθήματος, ή πιθανώς είναι η οικονομία του/της συγγραφέως ανά βιβλίο ώστε να τονιστούν διαφορετικές πλευρές.
Το όλο ζήτημα μου θυμίζει λίγο και το κινηματογραφικό Sliding Doors. Όσα φέρνει η στιγμή κι η απόφαση της στιγμής. Δεν ξέρω αν το έχεις δει.
Καλά για την ταινία του Σκορτσέζε, ό,τι και να πούμε είναι λίγο, είναι αριστουργηματική.
Ωραίος διάλογος πράγματι.
Δυστυχώς την ταινία Sliding Doors δεν το έχω δει. Ξεκίνησα δυο φορές να πάω να το δω στον κιν/γράφο και τις δύο κάτι έτυχε! Θα το βάλω στις προτεραιότητες όμως.
Είναι ανάλαφρη κωμωδιούλα, αλλά το θέμα είναι σοβαρό: πώς διαχειρίζεσαι την τυχαιότητα;
Άμα την δεις τελικά, έλα να μου γράψεις εντυπώσεις, θα χαρώ.
Nαι, θα το κάνω. Περιμένω να διαβάσω και άλλες τόσο ενδιαφέρουσες αναλύσεις σου. Καλή συνέχεια.
Eυκαιρίας δοθείσης θα το κάνω οπωσδήποτε. Και πάλι σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια!