in ,

Ampa Book Club: Τα ψάθινα καπέλα

Γεμάτο γυναικείους χαρακτήρες, με διεισδυτική γραφή που φωτίζει την προσωπικότητά τους από την Μαργαρίτα Λυμπεράκη, αποτελεί ένα πρωτοφεμινιστικό μυθιστόρημα.

Το βιβλίο που διαβάζουμε στο Ampa Book Club για το μήνα Απρίλιο είναι το γνωστό κι αγαπημένο Τα Ψάθινα Καπέλα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, μητέρας της επίσης συγγραφέως Μαργαρίτας Καραπάνου. Το βιβλίο κυκλοφορεί και στο εξωτερικό στα αγγλικά, για όσες ακολουθούν το Ampa Book Club από κει, όπως μας έγραψαν στο κοντινό παρελθόν, ως Three Summers […] ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Τα ψάθινα καπέλα Μαργαρίτα Λυμπεράκη ΕΡΤ τηλεόραση
από την τηλεοπτική σειρά Τα Ψάθινα Καπέλα στην κρατική τηλεόραση

Το βιβλίο που διαβάζουμε στο Ampa Book Club για το μήνα Απρίλιο είναι το γνωστό κι αγαπημένο Τα Ψάθινα Καπέλα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, μητέρας της επίσης συγγραφέως Μαργαρίτας Καραπάνου. Το βιβλίο κυκλοφορεί και στο εξωτερικό στα αγγλικά, για όσες ακολουθούν το Ampa Book Club από κει, όπως μας έγραψαν στο κοντινό παρελθόν, ως Three Summers (εκδόσεις New York Review of Books Classics).

H υπόθεση:
Τρεις αδελφές, η Κατερίνα, η Ινφάντα και η Μαρία, παραθερίζουν με την οικογένειά τους στην Κηφισιά. Η Κατερίνα, η μικρότερη, αφηγείται την πορεία τους προς την ενηλικίωση. Το βιβλίο καθώς και το πρώτο από τα τρία καλοκαίρια ξεκινούν όταν η Μαρία είναι είκοσι ετών, η Ινφάντα δεκαοχτώ και η Κατερίνα δεκαέξι. Τρία καλοκαίρια που τα κορίτσια τα βιώνουν διαφορετικά η καθεμιά τους.
____________

Λέγεται στα μαθήματα δημιουργικής γραφής ότι η πρώτη παράγραφος, ίσως κι η πρώτη περίοδος ενός μυθιστορήματος, είναι η πιο σημαντική. Μια ματιά στην Άννα Καρένινα ή στο Earthly Powers του Antony Burgess (με την εμβληματική πρόταση “It was the afternoon of my eighty-first birthday, and I was in bed with my catamite when Ali announced that the archbishop had come to see me.“) είναι αρκετή για να πειστούμε.

Πράγματι έτσι, εντελώς δηλωτικά του κατόπιν, προλογίζει η Καραπάνου το μυθιστόρημά της, δίνοντας ως προμετωπίδα και προοικονομία τα μυστικά τριών κοριτσιών:

Εκείνο το καλοκαίρι αγοράσαμε μεγάλα ψάθινα καπέλα. Της Μαρίας με κεράσια γύρω-γύρω, της Ινφάντας με γαλάζια μη-με-λησμόνει κι εμένα με παπαρούνες κόκκινες σαν τη φωτιά. Έτσι, όταν ξαπλώναμε στα στάχυα, ο ουρανός, τ’αγριολούλουδα κι εμείς γινόμαστε ένα. “Πού ήσαστε πάλι κρυμμένες;” φώναζε η μητέρα. Τσιμουδιά, Σιγοκουβεντιάζαμε, λέγαμε μυστικά. Τα πριν χρόνια τα λέγανε η Μαρία με την Ινφάντα κρυφά από μένα, γιατί ήμουνα η πιο μικρή. Φέτο όμως…Φέτο η Ινφάντα ξάπλωνε λίγο πιο κάτω, σιωπηλή κι η Μαρία σ’εμένα τα έλεγε. Μιλούσε, μιλούσε, στριφογύριζε μέσα στα στάχυα, τα μάγουλά της κοκκινίζαν, τα μάτια της παίρναν μια αλλόκοτη λάμψη. Κι όταν εγώ ξεχνιόμουνα κοιτάζοντας τον ήλιο που πήγαινε να δύσει ή ένα ζουζούνι που πήγαινε στη φωλιά του να κοιμηθεί, η Μαρία θύμωνε, “Μα καλά, δεν σε ενδιαφέρουν αυτά;”, φώναζε. “Εγώ φταίω που κάθομαι και κουράζομαι για να σ’ανοίξω τα μάτια. Δεν μπα να πιστεύεις πως τα παιδιά τα φέρνουν οι πελαργοί!…

Τα τρία κορίτσια περιστοιχίζονται από μια μεγάλη ομάδα από ηρωϊδες: την μητέρα, χωρισμένη λόγω των απιστιών του πατέρα, την υπηρέτρια την Ροδιά από την τρελο-Ικαρία, την επίδοξη ζωγράφο θεία Τεράζα, την απούσα Πολωνίδα γιαγιά που στοιχειώνει με την απουσία της το σπιτικό όλο, την γειτόνισσα κυρία Παρηγόρη τη σύζυγο του γιατρού, την κόρη του περιβολάρη με τα πολιτικά διαβάσματα, την εβραιοαγγλίδα Ρουθ, την ζωηρή ζωντοχήρα… Και κάποιους άντρες που έρχονται να διακόψουν τα γυναικεία μυστικά: τον παππού, τον πατέρα με το μυθικό αυτοκίνητο-κατσαριδάκι “Καραϊσκάκη”, τον κύριο Λούζη από τα διπλανά κτήματα που πολιορκεί τη μητέρα, τον Δαβίδ που σπουδάζει αστρονόμος, τον Μάριο που είναι γιός του γιατρού Παρηγόρη, τα παιδιά της παρέας, και τέλος τον μυστηριώδη κύριο που θα βρει η Κατερίνα αργότερα ακολουθώντας την μητέρα της κρυφά στα δρομάκια της Κηφισιάς και το ναυτικό γιό του.

Μοιάζει ο κόσμος των ανδρών να μπαίνει εμβόλιμος στον κόσμο των γυναικών, όπου όλες οι ηρωίδες έχουν τις δικές τους ιδιαιτερότητες, τις δικές τους σκέψεις, τους δικούς τους προβληματισμούς.

Μεγαλώνοντας στην Κηφισιά πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, σε ένα μεγάλο παλιό σπίτι που περιβάλλεται από έναν όμορφο κήπο, βρίσκουμε τη Μαρία, τη μεγαλύτερη αδερφή, τόσο τολμηρή σεξουαλικά όσο και ανυπόμονη να φτιάξει τη δική της οικογένεια, την όμορφη αλλά απόμακρη Ινφάντα και την ονειροπόλα κι ατίθαση Κατερίνα, μέσα από τα μάτια της οποίας ξετυλίγεται κυρίως η ιστορία. Μέσα σε τρία καλοκαίρια, τα κορίτσια μοιράζονται και κρατούν μυστικά, ερωτεύονται, προσπαθούν να καταλάβουν τους γονείς τους και τα άλλα μέλη της ομάδας των ενηλίκων, σημειώνουν τους περίεργους τρόπους των φίλων και των γειτόνων, ανησυχούν και αναρωτιούνται ποιές είναι και τι θα κάνουν με τη ζωή τους.

Όπως γράφει ο Νίκος Μαραγκός στο Electric Literature, «Ακολουθώντας την Γουλφ, η Λυμπεράκη αιχμαλωτίζει τη ζωή όπως τη ζει σε μικρές «στιγμές ύπαρξης», ειδικά γυναικείων οικιακών τελετουργιών. . . μεταφράζοντας αυτές τις ιδιωτικές στιγμές στη δημόσια γλώσσα που ουσιαστικά είχε απαγορευτεί στις Ελληνίδες». Προσωπικά θα έλεγα ότι Τα Ψάθινα Καπέλα είναι ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης όπως οι Μικρές Κυρίες, αλλά τελικά καλύτερο -ίσως είναι κοντύτερα στην προβληματική που διατρέχει την Jane Eyre: ποιά βιώματα μας διαπλάθουν σε αυτό που γινόμαστε;

Ήδη από το πρώτο κεφάλαιο, στο πρώτο καλοκαίρι, δύο χαρακτήρες ξεπροβάλλουν με την εξολοκλήρου φεμινιστική τους μελέτη από τη συγγραφέα.

Η πρώτη, η Πολωνίδα γιαγιά, είναι κατά κάποιο τρόπο σαν την Bertha Mason της Jane Eyre, το πρόσωπο-κλειδί από το οποίο εφορμούν οι εξελίξεις, παρόλο που δεν εμφανίζεται στην πλοκή. Παρατά τον παππού για έναν μουσικό και φεύγει μακριά στην Ευρώπη. Η προσωπογραφία της μένει κρυμμένη.

Πραγματικά, κανείς δεν ανέφερε το όνομά της. Ούτε η μητέρα, ούτε η θεία Τερέζα. Μόνο εμείς καμμιά φορά την σκεφτόμαστε -είχαμε ανακαλύψει και μια φωτογραφία της σε μια παλιά κονσόλα, Θεέ μου, τι όμορφη που ήταν…- και για να την ξεχωρίσουμε από την άλλη, τη μητέρα του πατέρα που ήταν μια δέσποινα με άσπρα μαλλιά και πικραμένο χαμόγελο, ποιός ξέρει από τι ανεκπλήρωτους πόθους, τις λέγαμε η γιαγιά και η Πολωνίδα γιαγιά.
-Εγώ τι να σας πω, τη θαυμάζω, τους είπα ένα απόγευμα που κουβεντιάζαμε γι’αυτή ξαπλωμένες στα στάχυα.
-Μπα;, έκανε αφηρημένα η Ινφάντα.
-Γιατί;, ρώτησε η Μαρία με ενδιαφέρον.
-Να, ήτανε γενναία. Να φύγει έτσι, μακριά απ’τον παππού…
-Γενναίος είναι όποιος μένει, μ’ έκοψε η Μαρία, κι η Ινφάντα δεν είπε τίποτα πάνω σ’αυτό.
Μου φαίνεται πως η Μαρία είχε τότες δίκιο και πως εγώ μίλησα έτσι γιατί ήμουνα μικρή. Αργότερα σκέφτηκα πως, για την Πολωνίδα γιαγιά, μακριά ήταν εδώ κι όχι εκεί.

Η Κατερίνα συχνά θα επαναφέρει ξανά και ξανά την Πολωνίδα γιαγιά, η οποία με την ανεξαρτησία του πνεύματός της θα αποτελέσει οδηγό στην ανακάλυψη του εαυτού.

Το δεύτερο πρόσωπο που θα διαδραματίσει ρόλο με την τρόπο τινά συναισθηματική “απουσία” του είναι η θεία Τερέζα, η οποία θα πάρει υπό την φτερούγα της την Ινφάντα. Η τελευταία κεντάει ένα θηριώδες κέντημα με παγόνια στη διάρκεια των καλοκαιριών καθ’ υπόδειξη της πρώτης.

“Οταν κεντάει η Ινφάντα δεν νιώθει κίνδυνο. Ούτε ανησυχία. Ούτε τίποτα.
-Θα γίνει ένα αριστούργημα, λέει δυνατά η θεία Τερέζα. Πλησιάζεις την τελειότητα, Ινφάντα.[…]
Γι’αυτό όμως πρέπει να μείνεις μόνη, Ινφάντα.
-Μόνη;, είχε ρωτήσει.
Τώρα ξέρει και δε ρωτάει. Ορθώνεται υπερήφανη, αλύγιστη πάνω από το κέντημα με τα παγόνια. Τα μάτια της μέρα με την ημέρα γίνονται πιο μακρινά.”

Μόνη, χωρίς σύντροφο, από επιλογή της, μια γυναίκα χωρίς καθόλου εξαρτήσεις από άντρες, η θεία Τερέζα με τα καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα μοιάζει μονίμως σαν ζαλισμένη (“το ακανόνιστο εκείνο βήμα της, που νόμιζες ακούγοντάς το πως ζαλίζεται, πως θα πέσει κάτω από στιγμή σε στιγμή“) και σαν ξεκομμένη από τις γήινες αναρωτήσεις γενικά, μόνο πνεύμα. Θα χρειαστεί όμως να αποκαλυφθεί το παρελθόν της, σε μια συνομιλία της μικρής Κατερίνας με την υπηρέτρια, τη Ροδιά, για να εννοήσουμε ότι η θεία Τερέζα λειτουργεί έτσι επειδή έχει υπάρξει θύμα βιασμού…

τα ψάθινα καπέλα ΕΡΤ5

Αυτό που εντυπωσιάζει είναι η ευαισθησία με την οποία η Λυμπεράκη παρουσιάζει το βίωμα της ηρωϊδας, αλλά και πώς αυτό εντυπώνεται κι αποκαλύπτεται στο μυαλό των άλλων δύο γυναικών που συζητούν γι’αυτό.

Ήταν νέα κοπέλα η κυρία Τερέζα όταν συνέβηκε το κακό, άρχισε η Ροδιά. Σαν την Ινφάντα καλή ώρα, της έμοιαζε και κάπως. Είχανε πάει εκδρομή η μητερά σου, ο πατέρας σου, η θεία Τερέζα κι ο αρραβωνιαστικός της, ένας νέος ψηλός, με γυαλιστερά μαλλιά και παχιά χείλια. […] Στο δρόμο τους βρήκανε μια σπηλιά, μπήκανε να ξαποστάσουν. Όμως είχαν ανάψει φαίνεται τα αίματα του νέου και…πώς να το πω…
-Έλα λοιπόν, Ροδιά, μίλησε.
-Να, την έκανε γυναίκα τη θεία Τερέζα χωρίς εκείνη να το θέλει. Την κακομεταχειρίστηκε…
-Α…
[…]
Τώρα καταλαβαίνω γιατί της θείας Τερέζας τρέμει η φωνή όταν λέει “κάποιος έρχεται”. Γιατί τα δέντρα που κάνει πάνω στο μουσαμά είναι ξέχωρα το ένα από το άλλο, σαν να ανήκουνε σε διαφορετικά τοπία. Κι ακόμα, γιατί τα φρούτα δεν έχουνε γι’αυτήν γέψη κι άρωμα.

Αυτό όμως που κυρίως κάνει απολαυστικό το μυθιστόρημα της Λυμπεράκη είναι ο αισθησιασμός της γραφής της, η μεταφορά του ερωτισμού και της άγουρης ανακάλυψης της ζωής στην πρόζα της. Τα ήθη της αθηναϊκής κοινωνίας βρίσκονται σε κόντρα με τις ορμές και την αφθονία του ίδιου του ελληνικού τοπίου. Ως κι οι οπωρώνες με τις άφθονες φιστικιές, με τα αρσενικά και θηλυκά δέντρα τους, λαχταρούν για επαφή, δονούνται από σεξ, ζέστη, χρώμα, γεύση και άρωμα…

Το βιβλίο έχει γυριστεί σε μια εξαιρετική σειρά για την ΕΡΤ το 1995 που είναι διαθέσιμη στο ψηφιακό της αρχείο ΕΔΩ κι αποσπασματικά στο Youtube.

Η Μαργαρίτα Λιμπεράκη (1919-2001) γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε από τον παππού και τη γιαγιά της, οι οποίοι διατηρούσαν το βιβλιοπωλείο και τον εκδοτικό οίκο Φέξη. Εκτός από τα Ψάθινα Καπέλα, έγραψε δύο ακόμη μυθιστορήματα, Ο Άλλος Αλέξανδρος (1950) και Το Μυστήριο (1976), μια σειρά από θεατρικά έργα, συμπεριλαμβανομένων των Η Γυναίκα του Κανδαύλη (1955) και Οι Δαναΐδες (1956), μέρος ενός κύκλου που ονόμασε Μυθικό Θέατρο. Επίσης πολλά σενάρια, όπως η Φαίδρα του Ζυλ Ντασέν (1962) και Διασπορά (1999), για τους Έλληνες διανοούμενους εξόριστους στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της χούντας.

Σας περιμένω και στην επόμενη ανάρτηση στο Ampa Book Club.

[Για περισσότερα βιβλία και προηγούμενες συζητήσεις του ampa book club πατήστε το σύνδεσμο ΕΔΩ]

Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

4 Comments
δημοφιλέστερα
νεότερα παλαιότερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια
Αλλού πατάω, αλλού βρίσκομαι...
Αλλού πατάω, αλλού βρίσκομαι...
2 χρόνια πριν

Αγαπημένο βιβλίο! Το διάβασα ως έφηβη και ομολογώ ότι δεν το πολύ κατάλαβα, έχει τόσα πολλά επίπεδα… Αλλά κάθε φορά που το ξαναδιαβάζω, ανακαλύπτω κάτι νέο!

galini17
galini17
2 χρόνια πριν

Πολύ ωραία περιγραφή της κοριτσίστικης και γυναικείας ψυχολογίας αυτό το βιβλίο, και πολύ όμορφα παρουσιάζεται και η πορεία προς την ενηλικίωση. Κι εγώ όταν το διάβασα δεν κατανόησα πλήρως όλα τα μηνύματά του, αν το ξαναδιαβάσω θα ανακαλύψω πολλά άλλα. Αυτό που μου έχει μείνει είναι η συμπεριφορά της Μαρίας, η οποία είναι αρκετά τολμηρή για την εποχή της, και απολαμβανε τους άντρες και το σεξ. Σε ένα σημείο την είχε ξαπλώσει ένας νεαρός έξω στη φύση και της ξεκουμπωνε ένα φόρεμα με πολλά κουμπιά. Εκείνη όπως είδε το πρόσωπο του έτσι κόκκινο και ανυπόμονο με όλο αυτό το ξεκουμπωμα,… Διαβάστε περισσότερα »