Στο Ampa Book Club, τη λέσχη ανάγνωσης των αναγνωστριών κι αναγνωστών του Αμπα, διαβάσαμε τον περασμένο μήνα το βιβλίο της Μαργαρίτας Καραπάνου, το Rien ne va plus.
Ο τίτλος προέρχεται από τα τυχερά παιχνίδια στο καζίνο. “Είναι η στιγμή, στο παιχνίδι, που δεν μπορείς να επηρεάσεις πια το μέλλον, είτε θετικά είτε αρνητικά. Τότε είναι που ακούγεται από τον κρουπιέρη το περίφημο “Rien ne va plus”. Ή χάνεις ή κερδίζεις ότι έχεις μιζάρει. Συνήθως χάνεις. . .”
Μία ιστορία απώλειας λοιπόν, ειπωμένη όμως υπό διαφορετικά πρίσματα που καθηλώνει, το Rien Ne Va Plus. Σαν να ανοίγεις την πόρτα διακριτικά όπου από πίσω της ξετυλίγονται σκηνές που δεν θα έπρεπε να δεις, που δεν θα άντεχες να δεις.
Η ίδια η Καραπάνου, με την τεταμένη ανταγωνιστική σχέση που είχε με την μητέρα της, επίσης συγγραφέα Μαργαρίτα Λυμπεράκη, και τις προσωπικές σχέσεις που κινούνταν στα όρια του πάθους και της καταστροφής, γράφει: «Κι οι άνθρωποι που μας αγαπούν μας γδέρνουνε, σαν τον Καίσαρα. Πρέπει ν’ αφήνουμε στον άλλο την ελευθερία να μας δείχνει την αγάπη του όπως θέλει, όπως ξέρει, όπως μπορεί, αρκεί να μη μας καταστρέφει. Κι ο έρωτας τι είναι; Νυχιές αγάπης είναι, σημάδια, ίχνη που αφήνει ο άλλος μέσα σου. Εγώ αυτό που φοβάμαι πάνω απ όλα είναι η ησυχία, η σιωπή. Θέλω ανεξίτηλα σημάδια, ζωή».
Η Λουίζα, μια ευαίσθητη συγγραφέας, ερωτεύεται και παντρεύεται τον Άλκη, έναν ιδιόρρυθμο άντρα με μοβ μάτια. Το βράδυ του γάμου τους ο Άλκης προβαίνεισε μια σοκαριστική ενέργεια που σηματοδοτεί την αρχή του τέλους. Ακολουθούν η απιστία, η ταπείνωση και το διαζύγιο. Κι ενώ ο αναγνώστης ετοιμάζεται να αναθεματίσει ή να συμπαθήσει τους ήρωες, έρχεται μια μεγάλη ανατροπή που τον αφήνει έκπληκτο. Η ηρωίδα του βιβλίου λέει και ξαναλέει την ίδια ιστορία, δίνοντας κάθε φορά μια διαφορετική ερμηνεία. Γυρεύει άραγε την αλήθεια ή το ψέμα; Αυτό ούτε η ίδια το ξέρει, ίσως και να μη θέλει να το μάθει.
Λέει λοιπόν την ιστορία που διηγήθηκε στο πρώτο μέρος, ξανά, από άλλο πρίσμα στο τρίτο μέρος, με άλλο ρόλο, αντιστρέφοντας τους ρόλους, τα φύλα, τα συναισθήματα και τις ανάγκες, για να κάνει τον αναγνώστη να συναισθανθεί την συντριβή του έρωτα και την υπαρξιακή αγωνία του θανάτου, ταυτόχρονα με κείνη την κούραση που περιβάλλει κάθε ακροτελεύτιο σημείο μιας μεγάλης σχέσης. Το τρίτο μέρος είναι κάπως αργό και κουράζει όταν συνειδητοποιείς ότι δεν μπορεί να καθρεφτίσει τις ίδιες συνταρακτικές ποιότητες, λόγω της λιγότερο συχνής πραγματικότητας της συνθήκης που αναλαμβάνει. Περιέχει όμως και στιγμές-διαμάντια με σπάνια συναίσθηση της ανθρώπινης ψυχής. Από το shopping therapy της ερωτικής ματαίωσης στο ψέμα που ρομαντικοποιεί τις αμβλώσεις…
Μέσα στην διήγηση εμπλέκεται η ομοφυφιλία συντρόφων που έχουν υποτίθεται “δηλώσει” την ετεροφυλία τους ρίχνοντας τα μάτια τους (ή έτσι νόμισαν αυτά;) σε άτομα που παρουσιάζονται αθώα. Στην ουσία όμως δεν υπάρχει αθωότητα, αλλά εκατέρωθεν σκληρότητα. Η εξουσία του λιγότερο ερωτευμένου ή αυτού που δεν έχει να χάσει, εναντίον στην ανάγκη που γίνεται πολιορκητικός κριός, σχεδόν η κραυγή ν’αγαπηθεί ως το υπέρτατο όπλο. Είχε προηγηθεί εκδοτικά 4 χρόνια η βιωματική καταγραφή του Δεκατρία Φεγγάρια Μετά της Φρίντα Μπιούμπι (στον Εξάντα) που πραγματευόταν ανάλογο ταμπού. Και την σκληρότητα του ανεκπλήρωτου. Την εποχή εκείνη ένα τέτοιο θέμα καταγεγραμμένο, αντί απλώς κουτσομπολιό. ήταν σκάνδαλο κι η ιστορία της Μπιούμπι συζητήθηκε για χρόνια. Στο Rien Va Plus η Καραπάνου το φέρνει σε γήινες διαστάσεις εκπλήρωσης, ακόμα και στα οικόσιτα ζώα συντροφιάς, που καθρεφτίζουν με ποικίλους τρόπους την σκληρότητα των ηρώων.
«Δεν έχω πάψει να σε φοβάμαι. Νεκρό σε φοβάμαι πιο πολύ από ζωντανό, γιατί τώρα μπορείς να τρυπώσεις παντού, αόρατος.
Άλκη, μη μου ξανακάνεις κακό. Πάλι εσύ θα δηλητηριαστείς.»
Η σκληρότητα αυτή έχει χαρακτήρα Παλαιάς Διαθήκης στο δεύτερο μέρος, το συντομότερο, το οποίο παίρνει τη μορφή αφορισμών. Ξεκινά με το σαρωτικό “Και λέει ο Θεός. Ο άνθρωπος έχει χώρους μέσα στην καρδιά του που δεν υπάρχουνε ακόμα. Και μέσα σε αυτούς τους χώρους εισχωρεί ο πόνος, ώστε επιτέλους να υπάρξουνε.” Η φράση στα αγγλικά, αποτελεί προμετωπίδα του The End of the Affair του Graham Greene, “Man has places in his heart which do not yet exist, and into them enters suffering in order that they may have existence.” Αυυή προέρχεται από τον Γάλλο μυθιστοριογράφο και δοκιμιογράφο Léon Bloy Bendrix. Η Καραπάνου αναζητά τα ανεξίτηλα σημάδια, θέλει τον πόνο ως απόδειξη Ζωής. Κι ολοκληρώνει το δεύτερο μέρος της ιστορίας της με αυτά τα λόγια: “Eπήλθε το τέλος. Αλλά ούτε αυτό θα με απαλλάξει. Γιατί Τέλος δεν υπάρχει. Αμήν.” Κι απομένεις να αναρωτιέσαι αν εννοεί το τέλος ως το άκρο της γραμμής, ως το κλείσιμο των λογαριασμών ή ως τον τελεολογικό σκοπό της ύπαρξης τελικώς.
Είναι συγγραφέας που προκαλεί με το ιδιόρρυθμο στυλ της, την χειμαρρώδη της πνοή που θαρρείς γράφει όπως σκέφτεται, αλλά το γράψιμό της έχει και μια ανοίκεια ποιότητα που σε παρασύρει τελικά. Η ζωή ως ένα μιζάρισμα συναισθημάτων, χρόνου, ενέργειας, αλλά και στιγμών με αδιαμφισβήτητο γκλάμουρ. Γκλάμουρ υλικό, αίγλη της δεκαετίας του ’90 και της τεχνητής χλιδής μιας εποχής που σήμερα, μετά την κρίση, διαβάζεται ως μυθολογημένη ευωχία, ως επιφανειακή κάλυψη σε χαίνουσες πληγές…
Ή όπως καταλήγει, «Το να ξεχνάς είναι το μεγάλο μυστικό των δυνατών ανθρώπων. Το να θυμάσαι και να αναμασάς είναι η έσχατη ανθρώπινη αδυναμία, και το πληρώνουν πάντα οι άλλοι. Αλλά βέβαια το πληρώνεις πάντα κι εσύ».
Η αρχική έκδοση του 1991 στον Ερμή, την οποία έχω στα χέρια μου, είναι κάπως πρόχειρη, με έλλειψη ικανού editing κι αρκετά λαθάκια, ιδιαίτερα σε ονόματα προϊόντων κι ατόμων, που τα έγραφε καταιγηδόν προφανώς η Καραπάνου όπως της έρχονταν στην μνήμη. Οι κατοπινές εκδόσεις από Καστανιώτη και Clockroot Books έχουν διορθώσει τις ελλείψεις.
Το Ampa Book Club, λέσχη ανάγνωσης των αναγνωστριών κι αναγνωστών του Α μπα περιλαμβάνει αναγνώσματα από γυναίκες προς γυναίκες (κι ίσως κι άντρες που θέλουν να καταλάβουν τις γυναίκες!) όπως το ζητήσατε εσείς. Προτείνετέ μας κι εσείς αναγνώσματα για το μέλλον! ΠΑΤΗΣΤΕ το ΣΥΝΔΕΣΜΟ (LINK) για να κατευθυνθείτε απευθείας στο αρχείο διαδοχικών αναρτήσεων του ampa book club.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News
