Τo Ampa Book Club είναι μια λέσχη ανάγνωσης από γυναίκες προς γυναίκες (κι ίσως κι άντρες που θέλουν να καταλάβουν τις γυναίκες!) όπως το ζητήσατε εσείς, οι αναγνώστριές μας, στα σχόλιά σας.
Μετά το Rien Va Plus της ίδιας συγγραφέως, που αναλύσαμε ΕΔΩ, η Καραπάνου ξαναπιάνει το νήμα αναλύοντας την περίπλοκη σχέση με τη μητέρα της, την επίσης γνωστή συγγραφέα Μαργαρίτα Λυμπεράκη. ΜΑΜΑ ο τίτλος του βιβλίου, χωρίς άλλους υπαινιγμούς, χωρίς καμμία προοικονομία, ό,τι καταλαβαίνουμε από την πανίσχυρη αυτή λέξη.
Η Καραπάνου, με την τεταμένη ανταγωνιστική σχέση που είχε με την μητέρα της και τις προσωπικές σχέσεις που κινούνταν στα όρια του πάθους και της καταστροφής, γράφει: «Κι οι άνθρωποι που μας αγαπούν μας γδέρνουνε, σαν τον Καίσαρα. Πρέπει ν’ αφήνουμε στον άλλο την ελευθερία να μας δείχνει την αγάπη του όπως θέλει, όπως ξέρει, όπως μπορεί, αρκεί να μη μας καταστρέφει. Κι ο έρωτας τι είναι; Νυχιές αγάπης είναι, σημάδια, ίχνη που αφήνει ο άλλος μέσα σου. Εγώ αυτό που φοβάμαι πάνω απ όλα είναι η ησυχία, η σιωπή. Θέλω ανεξίτηλα σημάδια, ζωή».
Ανεξίτηλα πράγματι σημάδια είναι αυτά που άφησε η σχέση με τη διάσημη μάνα της στην Καραπάνου.
Το πρώτο σπάραγμα είναι ήδη το περίγραμμα αυτής της σχέσης. Κατοχυρώνοντας αυτά που βλέπει στον δρόμο η μικρή Μαργαρίτα, η μητέρα της, η άλλη Μαργαρίτα πλέκει ένα δίχτυ ιδιοκτησίας πάνω στα φρούτα, τον άντρα που βλέπουν, την ύπαρξη, κατισχύοντας με την ιδιοκτησιακή επιθυμία της που ανοίγει κι απότομα κλείνει τον ορίζοντα της μικρής Μαργαρίτας. Μια εισαγωγή ανατριχιαστική όσο και μεγαλειώδης, που κόβει την ανάσα. Διαγράφει μια σχέση ερωτική σχεδόν, με την ψυχαναλυτική έννοια στην οποία όλοι είμαστε αρχικώς ερωτευμένοι με την ΜΑΝΑ, με την πρωταρχική, αρχετυπική μορφή της αγάπης. Ταυτόχρονα μας δίνει το διάγραμμα του διδύμου έλξης-άπωσης που κυριαρχεί στην ζωή των δύο γυναικών στις μεταξύ τους σχέσεις.

Η μορφή του βιβλίου είναι σταθερά αυτή των σπαραγμάτων. Αποσπασματικά κείμενα μικρής έκτασης (λιγότερο από σελίδα) που πιάνουν το νήμα του χρόνου και του τόπου χωρίς συνοχή αλλά με σαφείς αναφορές στην πορεία του τέλους της μητέρας της αφηγήτριας-κόρης, η οποία δεν κατονομάζεται, αλλά όλοι αναγνωρίζουμε ως την συγγραφέα Μαργαρίτα Λυμπεράκη. Διαβάζονται ξέπνοα, λαχανιαστά, με αγωνία στις στιγμές της νοσοκομειακής περίθαλψης, νοσταλγικά στα flash back της παιδικής ηλικίας. Αλλά ορισμένα εξ αυτών διαισθανόμαστε ότι είναι επινοημένα. Είναι όμως η προσπάθεια για την ψυχοθεραπεία της συγγραφέος, ταυτόχρονα η επιθυμία για συμφιλίωση με το παρελθόν, την προοιδοιπόδεια φάση όπως την ορίζει η ψυχανάλυση.
Εκεί που η μάνα ως τροφός γίνεται ο πάροχος της απόλυτης ευδαιμονίας αλλά και το φάσμα του θανάτου. Η αμφιθυμία, η αγάπη μαζί με το μίσος για την αποκοπή της ευδαιμονίας, της αποκλειστικότητας, της σωματικής απομάκρυνσης, της διάκρισης του σώματος του δικού από το έτερο, αποτελεί το σκαλοπάτι της πιθανής ψύχωσης αλλά και της αναγκαίας πραγμάτωσης του Εγώ στις υγιείς προσωπικότητες. Η αμερικανίδα ψυχολόγος Dorothy Dinnerstein τοποθετεί το φαντασιακό αυτής της πρώιμης σχέσης με τη μάνα ως τόπο φαντασίωσης της μητέρας ως σκοτεινής παντοδύναμης ύπαρξης από το νήπιο, παρά ως ανθρώπινο ον με σάρκα και οστά.
Και κατόπιν η πορεία προς το θάνατο που είναι ουσιαστικά αυτό που ονομάζουμε ζωή, η οποία ανθρωποποιεί την μητέρα στα μάτια της κόρης μέσω της φθαρτότητας.
Η γιαγιά παίρνει το χέρι μιας άγνωστης. – αυτή είναι η μητέρα σου, μου λέει. Δεν την έχω ξαναδεί. Έχει ένα περίεργο βλέμμα. Καυτό και φευγάτο. «Αλληθωρίζει ψυχικά», σκέφτομαι. – Ποια είσαι; Τη ρωτάω. Ποια είσαι; Έχω ιδρώσει, έχω πυρετό, τρέμω ολόκληρη, θα πεθάνω. – Πάμε να παίξουμε με τις κούκλες σου; Την παίρνω απ` το χέρι. – Πάμε. Της δείχνω τις κούκλες μου. – Όλες τις λένε μαμά. Εσύ ποια είσαι;

Στην αυτοβιογραφική αυτή απόπειρα που διαγράφει με σκληρές, επώδυνες γραμμές την σχέση μητέρας-κόρης στα όρια, στο πεδίο όπου η οργάνωση της πατριαρχίας μας βάζει να είμαστε ο καθρέφτης αυτής της ετερότητας, της μάνας, ή οι ίδιες μάνες, η συγγραφέας Καραπάνου διψά για την αποκοπή από τον ιδιότυπο αυτό σιαμαίο δεσμό. Όπως ανέλυσε η Jessica Benjamin η δυνατή μητέρα στον φεμινιστικό προβληματισμό ενέχει την υπονόμευση του δεσμού μητέρας-κόρης, καθώς εφόσον η γυναίκα αποτελεί αντικείμενο (της αντρικής επιθυμίας, της αντρικής ματιάς) δεν έχει τη δύναμη να επιτρέψει την αποκοπή της κόρης, τον αποχωρισμό. Κι επομένως αδυνατεί να αναγνωρίσει την ατομικότητα της κόρης.
Έτσι η κόρη διψά για την αναγέννησή της μέσα από την αρχετυπική γέννηση της δημιουργίας. Όχι της τόσο θηλυκής δημιουργίας που είναι η φυσική δημιουργία, αλλά της «αρσενικής», αυτής του αρσενικού θεού που δημιουργεί τον κόσμο: στο προκείμενο της συγγραφής κόσμων, της ατομικής περιγραφής αυτού που η ίδια συνειδητοποιεί ως ετερότητα πέρα από τη μάνα, και ταυτόχρονα ως ατομική ταυτότητα. «ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΕΓΙΝΑ συγγραφέας. Ίσως η βαθιά δυστυχία να με ώθησε. Μια μέρα, άρχισα το πρώτο μου μυθιστόρημα. Έκλαιγα από χαρά, τα δάκρυα μουτζουρώνανε τις σελίδες. Μητέρα, κι εσύ έκλαψες από χαρά. Τα γραμμένα χαρτιά επιτέλους μας χώριζαν. Εκείνη τη νύχτα δεν είχα εφιάλτες, με κατέκλυσε μια γλυκιά γαλήνη. Είχα γεννηθεί…».
Ref.
-Dorothy Dinnerstein, The Mermaid and the Minotaur
-Jessica Benjamin, The Shadow of the Other: intersubjectivity and gender in psychoanalysis.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Υπάρχουν πολλές ιστορίες για τις σχέσεις μητέρας-κόρης. Αυτή είναι μία από αυτές. Η μάνα μου, η μητέρα μου δεν ήταν τοξική ή χειριστική, ηταν σαν ένα κλειστό σύστημα. Νόμιζες πως είχες επιλογές όμως ήσουν σαν το ποντίκι στον λαβύρινθο. Η ψευδαίσθηση δρόμου, όμως μόνο ένας έβγαζε στη έξοδο. Σε αυτόν τον εξουσιαστικό οδοστρωτήρα, απο παιδί βρήκα μια ‘αόρατη’ διαφυγή, η αδελφή μου οχι τόσο. Προς την εφηβεία τα δώσε ολα και μας έβγαλε έξω με ευχή και κατάρα. Ποτέ να μην βιώσουμε τις ματαιώσεις της. Και μαζι μας προίκησε με σθένος κι ατσάλι, τόνους! Κι ενα λουρί ΝΑΑΑΑΑ! Πέρασα την… Διαβάστε περισσότερα »
Είναι πολύ δυνατό και επώδυνο αυτό που μοιράστηκες. Σ’ευχαριστώ.
Είναι θεμελιώδης η σχέση με τη μάνα, κακά τα ψέματα. Καλά να είσαι πάντοτε.
🙏
Έλενα, πρόλογο δεν θα κάνω για να μην προιδεάσω παρα πως νομίζω οτι αυτο που σκεφτόμουν ταιριάζει τελικα ταμαμ με το θέμα και πολυ χαίρομαι γι αυτο! Οποτε αν κι είναι η χαρά του ψυχαναλυτή, θα το ρίξω αργότερα μπαμ και κάτω και θα χαρώ να ακούσω εντυπώσεις προς σχολιασμό.
Εμένα με πήρανε τα κλάματα πάντως.
❤️