Μετά το βιβλίο της Κέιτ Σοπεν, Η Αφύπνιση, το Νοέμβριο διαβάσαμε ένα μυθιστόρημα Ελληνίδας συγγραφέα, “Η αγάπη άργησε μια μέρα” της Λιλή Ζωγράφου, το οποίο ανασύρει τις μνήμες μιας εποχής που ο χρόνος κυλούσε πιο αργά και οι έρωτες απαιτούσαν υπομονή. Σε μια παλιομοδίτικη ιστορία που θυμίζει παραμύθι, οι νεαρές ηρωίδες ονειρεύονται την έλευση του μεγάλου έρωτα, ενώ παράλληλα αντιστέκονται στις πιέσεις ενός αυστηρού πατριαρχικού περιβάλλοντος. «Ακόμα και οι γιοί τρέμανε τη “σκιά” του πατέρα αφέντη, πού επίσης μέσα από το αίσθημα ιδιοκτησίας απαιτούσαν απ’ αυτούς να γίνουν σπουδαίοι, όχι ευτυχισμένοι, σπουδαίοι, πάντα στα μέτρα της δικής τους βαρβαρότητας και αμορφωσιάς».
«Από τα 23 βιβλία μου είναι εκείνο που με πόνεσε περισσότερο, θα το έλεγα ερωτικό αν δεν κυριαρχούσε σ’ αυτό η απάνθρωπη σκληρότητα της πατριαρχικής οικογένειας. Οι βασικοί χαρακτήρες είναι καθωσπρέπει γυναίκες που σπαταλούν τη ζωή τους στις κοινωνικές συμβάσεις και την ερωτική στέρηση.»
-Λιλή Ζωγράφου, Τα Νέα

Είχα διαβάσει το βιβλίο της Ζωγράφου μικρούλα, όταν είχε γυριστεί και τηλεοπτική σειρά το 1997-1998 με πρωταγωνίστριες την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Αφροδίτη Γρηγοριάδη (στο ρόλο της μάνας), το Βασίλη Διαμαντόπουλο, την Τάνια Τρύπη, την Πέγκυ Τρικαλιώτη, και την Μαρίνα Ψάλτη. Και η τηλεοπτική σειρά ήταν πολύ καλή, αξίζει να την αναζητήσετε.
Μια οικογένεια με πολλά κορίτσια, ένα πατέρα πατριάρχη και μια μάνα φάρο που προσπαθεί να υπερασπιστεί ό,τι το αγνό, το όμορφο και το ουσιώδες, ενώ γύρω μαίνεται ο Β’ Παγκόσμιος κι οι Ιταλοί και Γερμανοί εισβάλλουν στην επαρχία. Δεν θα πήγαινε καλά όλο αυτό, σωστά; Και όντως έτσι γίνεται.
Το βιβλίο το ξαναδιάβασα τώρα, ελπίζω μαζί με τις αναγνώστριες, συγκεκριμένα στην 38η έκδοσή του (η τρέχουσα στα βιβλιοπωλεία είναι η 48η, μιλάμε για υπερ-ευπώλητο!).

Τότε μου είχε φανεί απόλυτα φυσικό ως μυθοπλασία, σαν να έριχνε φως πάνω στις σκοτεινιές της παλιάς γυναικείας ζωής με τρόπο δικαιολογημένης αγανάκτησης. Τώρα παρατήρησα με νέο μάτι ορισμένα σημεία. Όπως το παρακάτω.
«Ο Κωνσταντίνου με μια ματιά αναγνώρισε αυτή τη σκονισμένη εικόνα κάθε επαρχιώτισσας με τα στημένα μπουκλάκια από ημέρες, που δεν έχουν κυλιστεί στον έρωτα, το βεραμάν φόρεμα, την παλιομοδίτικη τσαντούλα και τις λουστρινένιες γόβες. Σηκώθηκε κουμπώνοντας το σακάκι του και υποκλήθηκε μπροστά, σαν σε πριγκήπισσα.»
Ή εκείνο το «πέρα από το ότι τον ευχαριστούσαν οι εκδηλώσεις θαυμασμού, ένιωθε μια τρυφερή συμπόνια γι’αυτές τις γυναικούλες με τις πνευματικές ονειρώξεις», αναφέροντας τις βραδιές σαλονιού με ανάγνωση ποιημάτων της «καλής τάξεως».
Αυτή τη φορά λοιπόν μου φάνηκε ότι υπήρξε μια κεκαλυμμένη κριτική στην ίδια την έλλειψη ερωτισμού, όταν περιγράφει την ψυχοσύνθεση και τη συμπεριφορά των γυναικών της οικογένειας, ιδιαίτερα της «γεροντοκόρης Ασπασίας», αυτό που ίσως σήμερα να κατηγορούσαμε ως victim blaming. Στερημένη ή πόρνη είναι οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος άλλωστε, όταν πρόκειται να προσβάλλεις μια γυναίκα. Και πόσο περιθώριο έχεις πραγματικά να διαφοροποιηθείς όταν το στενό πατριαρχικό πλαίσιο είναι πανταχού παρόν κι εξοντωτικό; Η ίδια η μοίρα της κοπέλας που διαρρηγνύει τους δεσμούς της με αυτό, της Ερατούς, είναι τραγική, σχεδόν σαδιστικά ιδωμένη. Και ταυτόχρονα την περικλείει με γυναικεία κατανόηση κι ενσυναίσθηση που δεν μπορείς να μην τη νιώσεις.
Αντίθετα για την μωροφιλόδοξη κι υποκριτική Αμαλία η συγγραφέας δεν νιώθει το ίδιο έλεος. Η αναφορά στο φλερτ της με τον Κωνσταντίνου ενέχει ένα στοιχείο σχεδόν επικινδυνότητας. Δεν υπήρχε περίπτωση σήμερα να γραφόταν κάτι ανάλογο, κι όμως έτσι όπως το τοποθετεί η Ζωγράφου φέρνει το σοκ του αναγνώστη που απαιτείται για την κλιμάκωση του περιστατικού.
«Αλλά όταν ξαναπροχώρησε κάτω από τη φούστα τεντώθηκε όλη πείσμα. “Αυτό αποκλείεται”. […]Ο Κωνσταντίνου βαρέθηκε. […]Η Αμαλία τον κοίταξε από το πλάι. Κατάλαβε ότι δεν θα ξαναπροσπαθούσε και ότι πράγματι είχε παραιτηθεί. Και είπε σιγά αλλά ξεκάθαρα “εκτός αν με βιάσετε”. Ο Κωνσταντίνου τινάχτηκε χαμογελώντας «να σε βιάσω κυρά μου και βέβαια θα σε βιάσω» Και τα υπόλοιπα είναι ιστορία, όπως λένε.
Η πλοκή εστιάζει στη νεαρή αδερφή, την Ερατώ, που, αν και έρμαιο του παρορμητισμού της, επιλέγει να ζήσει τον έρωτα και να ανακαλύψει την προσωπική ελευθερία, σπάζοντας τα δεσμά των κοινωνικών συμβάσεων μέσα στην συντηρητική και καθώς πρέπει οικογένεια Μιχαήλου Φτενούδου από το Νεοχώρι Κρήτης κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Η μοίρα της θα σφραγιστεί από την ανάγκη να διατηρηθούν τα προσχήματα. Όπως αντίστοιχα κι η μοίρα της Αμαλίας, που αναφέραμε, της προστατευόμενης της Ασπασίας, που καταλήγει σε έναν ανούσιο και λευκό γάμο με έναν πολύ μεγαλύτερό της ηλικιωμένο που μετατίθεται στο Καρπενήσι. «Η Αμαλία ενθουσιάστηκε με το Καρπενήσι. Ήταν η πρώτη και περιζήτητη, μια και με το γέροντα σύζυγο που την συνόδευε γινόταν αυτόματα υποψήφια γκόμενα.»

Η Ζωγράφου χρησιμοποιεί μια γλώσσα γεμάτη εικόνες και μεγάλη συναισθηματική φόρτιση, με ασυνήθιστους ορισμένες φορές τρόπους. Η πλοκή τρέχει, είναι ένα πολύ άνετο βιβλίο στο να διαβαστεί μονορούφι. Το ύφος της είναι ατμοσφαιρικό, «δημιουργώντας έναν κόσμο όπου οι ήρωες αναζητούν την ελευθερία τους μέσα από τη δική τους συνειδητοποίηση».
Αυτή τη φορά, την δεύτερη, συγκινήθηκα περισσότερο από τις περιπτώσεις της Αικατερίνης, της κοπέλας που μορφώνεται και ανεξερατοποιείται για να διαλέξει μόνη της ζωή, έστω με τις περιορισμένες επιλογές της επαρχίας και της εποχής, και της Πηνελόπης, της αδερφής με αναπτυξιακή υστέρηση που μοιάζει να μοιράζεται με την Ερατώ τον ρομαντισμό για τη ζωή που δεν μπορεί να φτάσει.
Κυρίως μέσω αυτής της ρετρό διήγησης που αναφέρεται σε ένα τόσο διαφορετικό παρελθόν διαπιστώνουμε πόσο έχουν αλλάξει, αλλά και δεν έχουν αλλάξει, ορισμένες αντιλήψεις για τις γυναίκες. Ο ανταγωνισμός της μεγάλης κόρης, της σχεδόν τιμωρητικά αυστηρής Ασπασίας με την μικρότερη και «φωτεινή» Ερατώ έχει κάτι από το συχνό μοτίβο «του γυναικείου ανταγωνισμού» που ακούμε στην περιρρέουσα κουλτούρα. Ξενίζει να το βλέπουμε γραμμένο. Ταυτόχρονα κατανοώ την πρόθεση της συγγραφέως να δώσει καύσιμο μέσω οικείων μοτίβων στον αναγνώστη, ώστε να πάει σε βάθος και στην ουσία, ότι το «τι θα πει ο κόσμος» κυρίως κουτσουρεύει και κολοβώνει τις γυναίκες και τις δικές τους επιλογές. Δεν παύουν ωστόσο και να με ξενίζουν κάποιες αναφορές, όπως εκείνη της περιγραφής της Ερατούς, «απροσδόκητα φωτεινή στην καταμελάχρινη οικογένεια και τόσο ξένη από την αγροίκα μαυριδερή μορφή του Μιχαήλο, που θα’λεγες πως τη συνέλαβε μόνη της, η μάνα, μυρίζοντας τ’αγριολούλουδα του κήπου της, τόσο που διψούσε για ομορφιά και έρωτα.» Μια Παναγία που θα παλέψει για να κουκουλώσει ένα δράμα. Αλλά ας μην σας το χαλάσω κάνοντας spoiler. Aξίζει να το ανακαλύψετε μόνες σας.
Το βιβλίο παίζεται και υπό τη μορφή θεατρικού έργο στο Θέατρο Μονής Λαζαριστών για το χειμώνα ’25/26 σε διασκευή Ροδή Στεφανίδου – Ένκε Φεζολλάρι, με σκηνοθεσία του τελευταίου.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Αχχχ πολύ ωραία επιλογή, αν και είχε πιαστεί η ψυχή μου, μ’ αυτό και την “Αστραδενή” της Ευγενίας Φακίνου, είχα στεναχωρηθεί πάρα πολύ, αλλά worth it.