Στο Ampa Book Club, τη λέσχη ανάγνωσης των αναγνωστριών κι αναγνωστών του Αμπα, έχουμε διαβάσει πλήθος ωραία βιβλία που μας εμπλουτίζουν. Σήμερα συζητάμε ένα βιβλίο που ήταν λαϊκή απαίτηση να συζητηθεί, το Από τη Μήδεια στη Σταχτοπούτα: Η ιστορία του Φαλλού της Λιλής Ζωγράφου.
“Όλη η ιστορία του αρχαίου κόσμου παραλλαγμένη προκαλεί τη δυσπιστία, καθώς γίνεται φανερό ότι αντιπαλεύει δυο εχθρούς που θά θελε να καταχωνιάσει βαθιά μέσα στη γη. Από τη μια τη μητριαρχική γυναίκα, την περιβλημένη με μαγική δύναμη, θεά εκ θεών, την αξιωμένη σε κάθε κρίσιμη ώρα με αξεπέραστο κύρος. Και από την άλλη να θαφτεί αμετάκλητα το παρελθόν και μαζί του εκείνος ο άνδρας που επί χιλιετηρίδες αγνοούσε τη συμμετοχή του στη διαιώνιση και γι αυτό ζούσε βαθιά ταπεινωμένος σαν κατώτερος και περίπου άχρηστος…” -Λιλή Ζωγράφου

Βασική απαρχή για να αξιολογήσουμε το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα απόφθεγμα της ίδιας της συγγραφέος:«Δεν πουλώ ύφος, στυλ, λογοτεχνία. Δεν γράφω διηγήματα. Καταθέτω γεγονότα και συμπτώματα της εποχής που ζω». Και στο επίμετρο, επιπλέον, «Για το βιβλίο τούτο δεν διαθέτω τίτλους. Γνώριζα ότι η κατάθεσή μου αυτή ξεπερνούσε τα όρια των δυνατοτήτων μου.» Η Λιλή Ζωγράφου δεν είναι μυθιστοριογράφος, όμως ταυτόχρονα δεν είναι ούτε ιστορικός ή ακαδημαϊκή συγγραφέας. Είναι πρωτίστως δημοσιογράφος κι αρκετές από εμάς την γνωρίσαμε μέσα από το ανατρεπτικό της για την εποχή που κυκλοφόρησε τομίδιο Επάγγελμα Πόρνη, όπου παρέθεσε μαρτυρίες από επαγγελματίες ιερόδουλες. Έτσι λοιπόν είναι βασικό να κατανοήσουμε, αλλά και να αποδεχτούμε, ότι όσα θα διαβάσουμε δεν αποτελούν αποτέλεσμα επιστημονικής διερεύνησης ή διασταύρωσης, καθώς οι πηγές είναι ενδεικτικές και κλασσικές (βασίζει μεγάλο μέρος στις αναφορές που παραθέτει από μελετητές ο Παναγής Λεκατσάς στο Η Μητριαρχία κι η Σύγκρουσή της με την Πατριαρχία, 1970).
Θα έλεγα αποτελούν ένα πιο προσωπικό και λυρικά δοσμένο, με κελαρύζουσα, στρωτή γραφή, απαύγασμα παρατηρήσεων, προβληματισμών και σπαραγμάτων που επιβεβαιώνουν την βασική θέση της συγγραφέος ότι το γυναικείο ζήτημα πάει παλιά, πολύ παλιά. Από τότε που ολόκληρη η κουλτούρα δηλαδή στράφηκε στην δόμηση του φαλλοκεντρικού αφηγήματος για την εξασφάλιση μιας σειράς διαδοχής.
Για παράδειγμα, η αναφορά στο μακρινό παρελθόν της απαρχής του πολιτισμού, όπου αποδίδει στη γυναίκα την εφεύρεση της αγγειοπλαστικής, της τέχνης, της επικοινωνίας με τα χέρια και της γλώσσας ή της καλαθοπλεκτικής (ανάγοντάς την στο λίκνο), υποθέτοντας ότι προκύπτουν από την μητρική της ιδιότητα, δεν είναι ακριβώς αυτό που θα λέγαμε επιστημονική απόδειξη. Ειδικά για την αγγειοπλαστική, για την αποθήκευση νερού ή μητρικού γάλακτος, η εικασία ελέγχεται άμεσα, ιδιαίτερα αφού στη βιβλιογραφία (Άννα Ραμού-Χαψιάδη, Από την φυλετική κοινωνία στην πολιτική, 1982, σ.16) αναφέρεται πως από την Μέση Νεολιθική οι κεραμείς αποτελούν βάσει των αρχαιολογικών δεδομένων ανεξαρτοποιημένο μέρος της κοινότητας που εξαιρείται από την παραγωγή τροφής. Κάτι που έρχεται δηλαδή σε αντίφαση ακόμα και μέσα στο ίδιο το γραπτό της Ζωγράφου (“της γυναίκας, της πρώτης παραγωγού, της σιτοδότριας, της μητέρας του πολιτισμού”, σελ.51) Ουσιαστικά το τροφοδοτικό πλεόνασμα θα οδηγήσει στο εμπόριο, το οποίο ωθεί στον καταμερισμό εργασίας και τη συλλογική δράση, κατά τον Gordon Childe, ξεπερνά δηλαδή κατά πολύ την νόηση των καινοτομιών ως αποκλειστικά μητρική φροντίδα όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο που εξετάζουμε.

Ωστόσο η αναγωγή του γένους ως απαρχή της οργάνωσης των κοινοτήτων έχει όντως βάση στις σειρές μητρικής αναγωγής, καθώς αναφέρονται ως “ομογάλακτες” στα Πολιτικά του Αριστοτέλη (1252 b 18). H μετάβαση γίνεται όταν η έμφαση της κοινής γραμμής πέραν της κοινής θρησκευτικής τελετουργίας, των κοινών τόπων ταφής και της κοινοκτημονικής αρχής, των βασικών δηλαδή χαρακτηριστικών του γένους, περνάει στην αρχηγία από εκλεγμένο μέλος που τίθεται υπεύθυνο για την λατρεία του κοινού προγόνου και την διατήρηση της αλληλεγγύης αυτού του γένους. Είναι εκεί που η πιστοποίηση της σειράς γέννας θέτει το ερώτημα της ταυτότητας του πατέρα. Σύμφωνα με το ρωμαϊκό δίκαιο σε υστερότερους χρόνους δηλαδή αυτό το mater semper certa est, pater [semper incertus est, ergo] pater est quem nuptiae demonstrant (μτφ. Η μητέρα είναι πάντα βέβαιη, ο πατέρας πάντα αβέβαιος, επομένως πατέρας θεωρείται αυτός που ο γάμος υποδεικνύει). Η εξάπλωση του γένους πληθυσμιακά φέρνει την συνένωση γενών και την συγκρότηση φυλής (Morgan, 1963, σελ.65) με ενδιάμεσο συνδετικό κρίκο τις φρατρίες, καθώς οι κόρες δίνονταν να παντρευτούν σε άλλο γένος για την αποφυγή της ενδογαμίας. Στο σημείο αυτό η Ζωγράφου σωστά αναφέρεται στην ομαδογαμία ή Ιερουργική Ελευθερομειξία (σελ.38). Μάλιστα επειδή ακριβώς λαοί σαν τους Ετρούσκους ήταν κατά βάσιν μητριαρχικής οργάνωσης, ο ρωμαϊκός μύθος της αρπαγής των Σαβίνων (των Ετρούσκων γυναικών) αποτελεί φαινόμενο της επιβολής της πατριαρχίας επί του γένους. Το ντύσιμο των ανδρών ιερέων με ποδήρη ενδύματα το αποδίδει σε πολλά σημεία του βιβλίου στην επιθυμία να παρουσιαστούν ως διάδοχοι του θηλυκού σχήματος στο πόπολο, αναπαράγοντας τον G.Thomson. Η Ζωγράφου μάλιστα, ούσα μαρξίστρια, αποδίδει στην μητρογραμμική γενεαλογία την εξίσωση με την αταξική κοινωνία, επομένως αποδίδει χαρακτήρα Ευτοπίας.
Σχετικά με την κλασσική εποχή η επισήμανση της Ζωγράφου για την αποτύπωση των κοινωνικών διεργασιών σε σχέση με τον διαμορφούμενο “μύθο” είναι πράγματι ουσιώδης, όταν παραθέτει τον G.Thomson στο Η Αρχαία Ελληνική Κοινωνία: «Αν τα γραπτά των υστερότερων υλιστών, του Δημόκριτου και του Επίκουρου, δεν είχαν χαθεί, σίγουρα θα είχαμε μια ανάλυση της παλαιότερης Ελληνικής κοινωνίας βαθύτερη από του Αριστοτέλη.» Η παγιωμένη λοιπόν αντίληψη που διδασκόμαστε και στις πρώτες τάξες του σχολείου, και παραμένει στο μυαλό για πάντα σε όσους δεν ασχοληθούν προσωπικά αργότερα, ίσως είναι ήδη ελλιπής και διαστρεβλωμένη, βασισμένη σε συγκεκριμένες -μισογυνικές- αναφορές. Τα ίδια τα αρχαιολογικά και ιστορικά δεδομένα της εξέλιξης των επιστημών ξεπερνούν το φάσμα αυτό: η διαβόητη θεωρία που ονομάστηκε Κάθοδος των Δωριέων στον ελληνικό χώρο γύρω στο 1100 πΧ (κι ο συνακόλουθος μύθος των Ηρακλειδών) έχει πλέον επιστημονικά καταπέσει. Κι αυτό βγάζει εκ των υστέρων την Ζωγράφου από το τέλμα στο οποίο είχε περιπέσει η έρευνά της, καθώς της Καθόδου υποτίθεται ακολουθούσε ο λεγόμενος αρχαιοελληνικός μεσαίωνας κι η ταπείνωση της γυναίκας. Από την ύστερη Μινωϊκή εποχή όπου η θέση της γυναίκας είναι ανώτερη του άντρα στον α’ αποικισμό στην Μικρά Ασία όπου τελείται η αναγέννηση. Η Ζωγράφου τοποθετεί την μετάβαση του γυναικείου ζητήματος ακριβώς στην αλλαγή της (πλέον μη νοούμενης ως υφιστάμενης) καθόδου των Δωριέων όπου η δομή της κοινωνίας περνά από την γενοταγή οργάνωση, το φυσικό δίκαιο, στην πολιτεία, δηλαδή τους θεσμούς. Κι αναλύει τον Όμηρο υπό αυτό το πρίσμα. Προβαίνει έτσι στο επιστημονικά λανθασμένο, όσο κι ιδεολογικά χρωματισμένο, να εξισώνει την φημολογούμενη “κάθοδο των ελληνικών φυλών” στον ελλαδικό χώρο με επιδρομή των Ούννων (σελ.72-73).
Εκεί που το βιβλίο αναθαρρεί είναι ιδιαίτερα στην ανάλυση των τραγωδιών ως λογοτεχνική πράξη, κι άρα υποκειμενική θέαση που παρουσιάζει ιδιαίτερο πλούτο: Οιδίποδας, Αντιγόνη, Ηλέκτρα, Ορέστης κι Ορέστεια, καταλήγοντας στην Μήδεια και στο φιλοσοφικό Συμπόσιο του Πλάτωνα. Η βασική παραδοχή είναι ότι οι τραγωδίες συμπλέκουν το μυθολογικό για να μιλήσουν για το παρόν και τα αιώνια υπαρξιακά ερωτήματα, ταυτόχρονα όμως για να εκπαιδεύσουν, να διδάξουν, να νουθετήσουν. Από τις μάζες του κοινού δεν εξαιρούνται δούλοι και γυναίκες. Κι είναι ο Αριστοφάνης εκείνος που έπαιζε, όπως η συγγραφέας αναφέρει, “σαν τη γάτα με το ποντίκι” με τους διανοούμενους και το κοινό του. Ο Αλέξης Σολομός γράφει σχετικά, «Μπορεί να σατιρίζει τις γυναίκες για την ματαιοδοξία τους, την υποκρισία τους ή την ερωτική τους ακράτεια, μα στο βάθος εκτιμάει τη θέλησή τους και θαυμάζει το μυαλό τους.» (Σολομός, 1978, Ο Ζωντανός Αριστοφάνης)
Ως σύμβολο της μάχης ανάμεσα στο μητριαρχικό και το πατριαρχικό αποδίδει την μορφή της Μήδειας -το αντίθετο της Σταχτοπούτας του τίτλου που εξαρτάται από τον άντρα απόλυτα για τη σωτηρία της. Η μάγισσα Μήδεια, πριγκίπισσα της Κολχίδας και ξένη από ξένο τόπο σε σχέση με τον Ιάσονα, θα τον βοηθήσει να κατακτήσει το Χρυσόμαλλο Δέρας σε αντάλλαγμα του έρωτά του, όμως όταν θα την προδώσει με την επιστροφή στην πατρίδα θα τον εκδικηθεί σε ένα αρχέγονο επίπεδο με τον σκοτωμό των παιδιών τους. Όπως σωστά αναλύεται και σε μια μεταγραφή του μύθου της Μήδειας στην συγκλονιστική ταινία του Jules Dassin Κραυγή Γυναικών (η οποία εμπνέεται από την “Μήδεια του Καλαμακίου”, γεγονός από το αστυνομικό δελτίο για την αμερικανίδα παιδοκτόνο Nita Baker) η Μήδεια αντανακλά την αντίσταση στην ταπείνωση του γυναικείου φύλου. Το χτύπημα στο χτύπημα. Την συνειδητή αντίσταση με όποιο τίμημα.

Ο σκηνοθέτης του ΚΒΘΕ της παράστασης της Μήδειας Μίνος Βολανάκης, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Για μένα το σκότωμα των παιδιών είναι απόδοση δικαιοσύνης. Η γυναίκα αυτή, όπως μας την παρουσιάζει ο Ευριπίδης, δεν είναι μια μικροαστή που για εκδίκηση, αντί να ρίξει βιτριόλι, σκοτώνει τα παιδιά της. Με την πράξη της αυτή πάει να χτυπήσει κατευθείαν την πατριαρχία. Σκοτώνει τους κληρονόμους του ονόματος και την καινούργια γυναίκα του Ιάσονα. Έτσι τον ευνουχίζει κατά κάποιον τρόπο. Από τον πρώτο μονόλογο γενικεύει την περίπτωσή της και γνωρίζει ότι το δικό της το κάζο δεν είναι μοναδικό. Ξέρει για τις γυναίκες και για το πόσο καταπιέζονται και προδίδονται. Συγχρόνως, σκοτώνοντας τα παιδιά της, κάνει μια τεράστια θυσία. Αυτό την κάνει ένα είδος αγίας και μαζί επαναστάτριας».
Ο Dassin συμπληρώνει: «Για πρώτη φορά στην τραγωδία η Μήδεια είναι η γυναίκα που στο χτύπημα απαντάει με χτύπημα». Παραθέτει και μια απρόσμενη για την εποχή σκέψη, λέγοντας «σε μια γενιά ή δύο, άνθρωποι σαν εσένα κι εμένα θα ‘ναι ξοφλημένοι. Οι γυναίκες θα εξουσιάζουν τον κόσμο και δεν μπορεί να τα καταφέρουν χειρότερα απ’ ό,τι εμείς. Κάτι τέτοιο έχει προετοιμαστεί και η Μήδεια αυτό αντανακλά. Ίσως η αλλαγή αυτή να μη γίνει τούτο τον αιώνα, αλλά θα γίνει. Νομίζω ότι το κίνημα για την απελευθέρωση της γυναίκας έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, και όταν οι γυναίκες βρούνε τα κίνητρα και την πολιτική ιδεολογία που θα τις εξυπηρετεί, τότε “μπάι-μπάι’’ σε μας».
Δεν μπορούμε λοιπόν παρά να συμφωνήσουμε με τη συγγραφέα όταν διατυπώνει την άποψη ότι “τις μετοχές των αντρών τις μεγαλώνει ο θαυμασμός των γυναικών, κι ότι οι γυναίκες στις μέρες μας έχουν διαπιστώσει ότι καλύτερη η μοναχική ζωή από τη συμβίωση με έναν σερνικό καθυστερημένων αντιλήψεων για την ελευθερία”.
Το βιβλίο συνολικά με αφήνει προσωπικά με μια αίσθηση μετέωρη, ως επιστήμονα στο ζήτημα του οποίου άπτεται, αναγνωρίζοντας ωστόσο την πρόθεση της συγγραφέος να αφυπνίσει, καθώς και να αιτιολογήσει τις παθογένειες που βιώνουμε. Διατυπώνει προβληματισμούς που ενεργοποιούν και είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί κριτικά και με ενάργεια.
Με τα λόγια της ίδιας της Ζωγράφου, που είναι κάπως αμφίσημα, σίγουρα αρκετά αμφιλεγόμενα από φεμινιστική σκοπιά, «Δεν τους βρίζω τους άνδρες, τους θεωρώ υπεύθυνους, για την απόγνωση της ανθρωπότητας. Τις γυναίκες δεν τις θωρώ Αγίες, τις θεωρώ ηλίθιες. Με συγχωρείς, τις θεωρώ σχεδόν ηλίθιες. Υποκρίτριες, ανασφαλείς, ανειλικρινείς. Από την μαντάμ Κιουρί ως τη Μελίνα. Μιλάω για δυο διαφορετικές γυναίκες: η Μελίνα ήταν ο αφρός, η μαγεία, που κάθε γυναίκα θα ήθελε να ταυτιστεί μαζί της. Η Κιουρί ήταν ένας μεστός άνθρωπος από διανόηση. Δύσκολο να βρεις τα στοιχεία της μιας και της άλλης στην ίδια γυναίκα.»
ISBN 13 9789602211472 Εκδότης ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ Χρονολογία Έκδοσης Ιούλιος 2004 (πρώτη έκδοση 1998) Αριθμός σελίδων 232
Το βιβλίο αναφέρεται ως εξαντλημένο στον εκδότη, όμως υπάρχουν αντίτυπα σε μικρά βιβλιοπωλεία, online και σε πάγκους μεταχειρισμένων, καθώς και σε πλατφόρμες μεταχειρισμένων σαν αυτή του metabook για μεταπώληση. Επίσης υπάρχει σε βιβλιοθήκες δήμων όπου γίνεται δανεισμός.
Ακολουθήστε μας και για το επόμενο βιβλίο στο Ampa: το Rien Va Plus της Μαργαρίτας Καραπάνου, που θα το διαβάσουμε το Νοέμβριο.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News
