Το σημερινό βιβλίο του Ampa Book Club που συζητάμε με τις αναγνώστριες και τους αναγνώστες είναι του Εντουάρ Λουί.

Ο συγγραφέας, ο Εντύ Μπελγκέλ κατάφερε να γεφυρώσει το τεράστιο χάσμα που χωρίζει ένα χωριατόπαιδο της κατώτερης εργατικής τάξης από την École Normale, σπούδασε Κοινωνικές Επιστήμες και επέλεξε -αφήνοντας πίσω του το παιδί που μεγάλωσε σε συνθήκες εκφοβισμού επειδή ήταν γκέι- ένα καινούριο όνομα: Εντουάρ Λουί. Φαίνεται, όμως, πως ένα εξίσου εντυπωσιακό άλμα έκανε και η μητέρα του, αιφνιδιάζοντάς τον.
«Σκεφτόμουν ότι γράφω για να υπερασπιστώ κάποιον σαν τη μητέρα μου, να πολεμήσω γι’ αυτή, αλλά η μητέρα μου ποτέ δεν θα διαβάσει το βιβλίο γιατί δεν πήγε στο σχολείο, δεν σπούδασε, δεν είχε την ευκαιρία να μάθει να διαβάζει, γιατί δεν είχε χρόνο. Έπρεπε να αγωνιστεί για να επιβιώσει. Δούλευε από μικρή, μετά έκανε οικογένεια. Ήταν πάντα κουρασμένη. Ξεχνάμε ότι το διάβασμα απαιτεί ειδική εξάσκηση, θέλει εκπαίδευση και χρόνο, και ο χρόνος δεν είναι προσόν της εργατικής τάξης» [πηγή]
Ο Λουί ζει στο Παρίσι και την Αθήνα, κάτι σαν μόνιμος τουρίστας, κι έχει διαπρέψει στο πεδίο της “αυτομυθογραφίας”, ουσιαστικά σε μια ανατομία των βιωμάτων που διαμόρφωσαν το οικογενειακό του περιβάλλον και τον ίδιο (έχει εκδόσει παράλληλα τα «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» και το «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου»).
Η απαρχή του λογοτεχνικού ερεθίσματος βρίσκεται όταν στις σπουδές του έρχεται αντιμέτωπος με αυτό που αποκαλύπτει στον M.Hulot της LIFO σε μια συνέντευξη προ ετών: «Πουθενά, ούτε σε βιβλίο ούτε σε ταινία, δεν βρήκα τους ανθρώπους της παιδικής μου ηλικίας, π.χ. τη μάνα μου, την αδελφή μου, τον πατέρα μου. Δεν έβλεπα αυτού του είδους τη φτώχεια, αυτό τον αποκλεισμό που ήταν διάχυτος στη γενέτειρά μου και παντού αλλού, στην Ελλάδα, στο Τέξας, στην Ιταλία, στη Γαλλία, στη Μαλαισία, όπου κι αν πας, σε κάθε σημείο του κόσμου. Άρχισα να γράφω εξαιτίας αυτής της έλλειψης, επειδή η λογοτεχνία απέκλειε ανθρώπους όπως αυτοί με τους οποίους έζησα μικρός. Ξεκίνησα, λοιπόν, να γράφω για όλα αυτά που δεν έβρισκα στα βιβλία. Οι συγγραφείς που διάβαζα τότε με ώθησαν να γράψω κόντρα στη λογοτεχνία, σαν να έπαιρνα ένα είδος εκδίκησης επειδή έβλεπα ότι περιφρονούσε αυτούς τους ανθρώπους, αυτή την πραγματικότητα κι αυτήν τη φτώχεια. […] Από τότε που ήμουν μωρό άκουγα γύρω μου ότι «κανείς δεν μιλάει για μας», «κανείς δεν νοιάζεται», και μου δημιουργήθηκε μια εμμονή, γιατί είναι φρικτό να μην υπάρχεις πουθενά. Αυτά άκουγα συνέχεια. Και οι δύο γονείς μου είναι ακροδεξιοί, γιατί πίστευαν και πιστεύουν ακόμα ότι μόνο αυτοί νοιάζονται για μας.»
Η συγγραφή ξεκινά μέσω μιας νεανικής φωτογραφίας της μητέρας του, μιας ιδιότυπης σέλφι πριν βγουν τα κινητά τηλέφωνα, που ανακαλύπτει από μια περασμένη εποχή. Η μητέρα του χαμογελά στο φακό, σαν να θέλει να δείξει γοητευτική, κι ο συγγραφέας αναρωτιέται πόσο η δημιουργία οικογένειας -της συγκεκριμένης οικογένειας σε εκείνες τις συνθήκες- την οδήγησε στην καταστροφή, στα χρόνια από τα 25 της ως τα 44 της, όταν κι έκανε την επανάστασή της.
«Αυτό είναι. Το έκανα», του λέει ξαφνικά ένα βράδυ στο τηλέφωνο. «Μιλούσε λες και μου διηγούνταν την πορεία μιας απόδρασης ή μιας διάρρηξης που είχαμε καταστρώσει οι δυο μας, υπομονετικά, μυστικά, για μήνες και χρόνια».
Κυρίως μας εισάγει στην έννοια της μάνας που δεν αναγνωρίζει όχι μόνο την δική της κατάσταση επί μακρόν, αλλά και του ίδιου του παιδιού της. Όταν της αποκαλύπτει ότι μισούσε τα παιδικά του χρόνια (λόγω του ανελέητου bullying για τη σεξουαλική του ταυτότητα) εκείνη εκπλήσσεται: «Mα χαμογελούσες συνέχεια!» Ο ίδιος κρύβεται από κείνη, τρομάζει στην αποκάλυψη του ποιός είναι πραγματικά μπροστά της.
Κι όταν κάποια στιγμή μιλά με κάποια κοινωνική λειτουργό για προγράμματα κοινωνικού τουρισμού εκείνη, αντίθετη με τον πατέρα, ενθουσιάζεται, αποφασίζει να το οργανώσει, να πάρει το γιό μαζί, και αναφωνεί «Θα είμαι επιτέλους ευτυχισμένη.»
Αυτό που περισσότερο κρατώ από το βιβλίο είναι πάλι τα λόγια του Λούι όταν εξιστορεί την μη αποδοχή της αποκάλυψης αυτού του κόσμου δια μέσου και από την μάνα του. «Όταν έμαθε τι γράφω στο βιβλίο καβγαδίσαμε πολύ, θύμωσε μαζί μου. Βγήκε στην τηλεόραση κι έλεγε «ο γιος μου είναι ψεύτης, όλα είναι ένα ψέμα», ενοχλήθηκε πάρα πολύ, μου έστελνε προσβλητικά μηνύματα στο κινητό. Όταν την είδα και κουβεντιάσαμε με ρώτησε «γιατί είπες ότι είμαστε φτωχοί;». Πιο πολύ τη σόκαρε που μίλησα για τη φτώχεια, επειδή ντρέπεται γι’ αυτήν. Οι ανώτερες τάξεις, η μπουρζουαζία, η κυβέρνηση, την έκαναν να πιστεύει ότι είναι δικό της λάθος η φτώχεια, επειδή δεν δούλευε αρκετά, επειδή δεν μορφώθηκε αρκετά. Την έκαναν να αισθάνεται ντροπή που είναι φτωχή. Εξαιτίας αυτής της ντροπής που κουβαλάει στην πλάτη, δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι είναι ακόμα φτωχή. Προτιμάει να πει ψέματα γι’ αυτό, κι αυτό ακριβώς είναι ένα πολύ σημαντικό πολιτικό θέμα παγκοσμίως. Γιατί πώς μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο όταν τα άτομα που υποφέρουν ντρέπονται που υποφέρουν; Δεν θέλουν να σταθούν στα πόδια τους και να πουν «υποφέρω», προτιμούν να πουν ψέματα. Προτιμούν να το κρύψουν.»
Κι αυτό είναι γενικώς κι ένα γυναικείο θέμα το οποίο είναι πολύ οικείο στο ampa. Πόσες γυναίκες δεν έχουν ανώνυμα κοινοποιήσει ακριβώς την ντροπή που υποφέρουν; Πόσες γυναίκες κρύβουν τα προβλήματα τους επειδή ακριβώς τους έχουν εμφυσήσει την ιδέα ότι η κατάστασή τους είναι δική τους ευθύνη;
Θα συνεχίσουμε την επόμενη Τετάρτη. Στο μεταξύ θα διαβάσω τα σχόλιά σας κάτω από την ανάρτηση.
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: Αγώνες και Μεταμορφώσεις μιας Γυναίκας, Εντουάρ Λουί, εκδόσεις Αντίποδες)
Σας περιμένουμε τις Τετάρτες στο ampa book club για να συζητάμε για καλά βιβλία!
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Έλενα έχεις δίκιο είναι ωραία να διαβάζουμε μαζί και η επιλογή του βιβλίου τέλεια, μικρό και περιεκτικό. Ότι πρέπει για ένα Σαββατιάτικο μεσημέρι. Η φτώχια και η ανατροφή που λαμβάνεις μέσα από τη φτώχια, είναι μια εμπειρία δύσκολη να την περιγράψεις σε αυτούς που δεν την έχουν βιώσει ποτέ. Το τραύμα επίσης είναι μεγαλύτερο για αυτόν που διαφεύγει, παρά για αυτόν που μένει για πάντα δεμένος στις ίδιες παλιές διαδρομές. Με της έννοια της συνειδητοποίησης και της διαφοροποίησης που μόνο η εξέλιξη θα επιφέρει. Δεν ξέρω αν ο συγγραφέας καταλαβαίνει τη μαμά του, βλέπω ότι την αγαπά, αλλά μπορεί να… Διαβάστε περισσότερα »
Τι καταπληκτικό πλάσμα ο Εντουάρ Λουί, τι σθεναρή μετάβαση στη ζωη και τι απίστευτη δύναμη να μιλήσει για την εμπειρία του ξεκαθαρίζοντας από ολες τις κοινωνικές ντροπές. Εχω διαβάσει δυο άλλα του. Το «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» πρώτα κ το «Να τελειώνουμε με τον Εντί Μπελγκέλ» στα οποία έρεε ο λόγος και με εντυπωσίασε ακριβώς αυτή η μεταμορφωτική του δύναμη που ενώ μιλάει για σκληρές καταστάσεις συνδεδεμενες με την δοσμένη κοινωνική ταυτότητα των γονιών, του περιβάλλοντος που μεγάλωσε, των πεπιθοισεων που επικρατούσαν και των συνθηκών εργασίας κ ζωης της γαλλικής εργατικής τάξης, η αισθηση στο τέλος είναι καθαρτική. Αυτό… Διαβάστε περισσότερα »
Ακόμα κι αν δεν διαβάζεις in time, μη σκας. Σχολίασε και σε προηγούμενες αναρτήσεις και θα τα διαβάσω τα σχόλιά σου, έχω το νου μου στις αναρτήσεις του book club προσωπικά.