Στην προηγούμενη βιβλιοκριτική μας είχαμε υποσχεθεί πως το βιβλίο του Ampa Book Club, της λέσχης ανάγνωσης του Αμπα, που θα διαβάσουμε στα τέλη Ιουνίου-αρχές Ιουλίου θα’ναι οι Δέκα Τρόποι να Εκτεθείς της Έλενας Καρακούλη, 10 διηγήματα σύγχρονων γυναικείων μορφών από τις εκδόσεις Καστανιώτη. «Ιστορίες γυναικών που δεν χωρούν πουθενά, που δεν ξέρουν καν ποιές είναι.»
To πρώτο συγγραφικά βιβλίο της Έλενας Καρακούλη μου τράβηξε το ενδιαφέρον για διάφορους λόγους. Μια Ελληνίδα γυναίκα συγγραφέας, που ασχολείται ταυτόχρονα με γυναικείες ιστορίες που μας αφορούν όλες μας. Η γραφή, αλλά και ο προβληματισμός, είναι πολύ μακριά από την ταλανισμένη so called «γυναικεία λογοτεχνία» με τα οικογενειακά μυστικά, τις γιαγιάδες από τη Σμύρνη και τους προβληματισμούς για ανεκπλήρωτους έρωτες. Η Καρακούλη είναι τοποθετημένη στο εδώ και το τώρα, επιδαψιλεύοντας σύγχρονες προβληματικές με επίκαιρη όσο και διαχρονική υπαρξιακή αγωνία κι αποξένωση.
Ταυτόχρονα η εύχρηστη μορφή των διηγημάτων, που όμως έχουν ως άγκυρα και συνεκτικό δεσμό ότι υπακούουν σε ένα ενιαίο κόνσεπτ, δηλαδή την έκθεση, λειτουργεί χρηστικά στον αναγνώστη του σήμερα, με την αναπόδραστη διάσπαση προσοχής που του υποβάλλουν οι πολλαπλές οθόνες της καθημερινότητας. Και όπως η ίδια η συγγραφέας σημειώνει στις Ευχαριστίες της, το βιβλίο (που θα μπορούσε να αποκληθεί Εγκώμιο της Σκιάς αν αυτό δεν ήταν ήδη τίτλος βιβλίου) «αφιερώνεται σε όσους βρίσκουν το θάρρος να εκτεθούν και σε όσους νιώθουν εκτεθειμένοι».

Μια ασθενής χρειάζεται επειγόντως «επισκευή», η γραμματέας του γιατρού ξεπερνάει τα όρια, μια επίδοξη συγγραφέας παρακολουθεί μαθήματα δημιουργικής γραφής και μαθαίνει να αγαπά με τον τρόπο των ενηλίκων, μια καθηγήτρια γίνεται ξαφνικά το τιμώμενο πρόσωπο, μια κόρη διεκδικεί τον μπαμπά της και μια άλλη επισκέπτεται το πατρικό της για να φύγει με τάπερ αεροστεγώς κλεισμένα. Τρεις συμμαθήτριες θυμούνται τα παλιά, μια γυναίκα παραλαμβάνει τις ηλεκτρικές συσκευές που θα εξοπλίσουν το σπίτι των ονείρων της, μια άλλη φροντίζει τη γιαγιά που φιλοξενεί και μια συγγραφέας προσπαθεί να γράψει, επιτέλους, το πρώτο της βιβλίο παλεύοντας με τον υπολογιστή της.
Iστορίες γυναικών που δεν χωρούν πουθενά, που δεν ξέρουν καν ποιες είναι· που ενώ θέλουν να πετάξουν σκοντάφτουν· που ξεχνούν τα κλειδιά τους, λύνουν το χειρόφρενο χωρίς να το συνειδητοποιούν και μεγαλώνουν μαζί με τους φόβους τους· που περιμένουν, πέφτουν και ξανασηκώνονται. Αυτή η οριακή στιγμή της πτώσης, τόσο ντροπιαστική όσο και λυτρωτική. Λίγο πριν από το αποφασιστικό βήμα στο κενό. Η στιγμή της απόλυτης έκθεσης, όταν δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να βάλεις τα κλάματα.
Ορισμένες ιστορίες σε χτυπούν ανάμεσα στα μάτια με ισχύ που σε αφήνει έκθετη (να’τη πάλι αυτή η λέξη). Η έκθεση της Ασθενούς στο πρώτο διήγημα είναι χαρακτηριστική, καθώς περιγράφεται χωρίς δραματικές κορώνες, αλλά με ενσυναίσθηση και κυρίως σαν βιωματική γνώση, η αμηχανία και το αίσθημα του αγνώστου που συνοδεύει μια δυσάρεστη επίσκεψη στο γιατρό για κάτι δυσοίωνο. Την ίδια αίσθηση αφήνει και η ιστορία των Μαθημάτων Δημιουργικής Γραφής, το τέταρτο διήγημα, όπου η ευεπηρέαστη νεαρή μαθήτρια δημιουργικής γραφής εντυπωσιάζεται από το κύρος του φτασμένου συγγραφέα. Θα ζήσουν μια εφήμερη περιπέτεια που δεν θα της αφήσει κάτι παραπάνω από γέλιο για τον στόμφο με τον οποίο (όντως) γίνονται οι βιβλιοπαρουσιάσεις, πείρα για την υποκρισία των σχέσεων με τρίτα πρόσωπα, και γλυκόπικρη ανάμνηση για τις χαρές της κλινοπάλης, που τελικά αφήνουν κάποια στο έλεος της άγνοιας για τον πραγματικό χαρακτήρα, αλλά και την καθημερινότητα, ενός ερωτικού συντρόφου. Έκθεση δια αντανακλάσεως, τρόπον τινά.
Η καθηγήτρια πανεπιστημίου στο τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών στο πέμπτο διήγημα, Το Τιμώμενο Πρόσωπο, λαμβάνει την πατριαρχικής κοπής συμβουλή «να μην το παρακάνεις, για να μην έχουν να λένε, κάνε απλά τη δουλειά σου και φρόντισε να μην δίνεις λαβές σε σχόλια». Εκείνη μεταφράζει τις συστάσεις σε μια πολύ συγκεκριμένη οδηγία, που αφορά κυρίως τις ενδυματολογικές της επιλογές. Να μην εκτίθεται. Ο «καφέ όγκος», όπως εύστοχα περιγράφει η Καρακούλη, που κραδαίνει τα βιβλία ως τεκμήριο κύρους και σοβαρότητας είναι μια εργασιακή συνθήκη που μας φέρνει σε άμεση επαφή με την ζούγκλα της σεξιστικής υποτίμησης.
Στο έβδομο διήγημα, Πώς να Είστε Ασφαλείς, η οικογενειακή καθημερινότητα κόρης και μητέρας, η περίπλοκη αυτή πλεγμένη σαν τα μαλλιά της Μέδουσας πραγματικότητα έρχεται να μας θυμίσει καταστάσεις που έχουμε όλες ζήσει ή παρατηρήσει, από όποια πλευρά και διαμέσου όποιου πρίσματος κι αν το εξετάσουμε. Ο συναισθημαικός ευνουχισμός που τελείται ελέω της ελληνικής οικογένειας αναδεικνύει το υπαρξιακό άγχος που χαρακτηρίζει όλα τα μέλη της οικογένειας. Πόσο περιθώριο επιλογής έχουμε σε μια συνθήκη όπου οι επιλογές κόβονται για χάριν της ασφάλειας;
Η απόγνωση της ανάγκης για αποδοχή και αγάπη από οικογενειακά πρόσωπα περιγράφεται ανάγλυφα και στο δεύτερο διήγημα, Η Κόρη του Ηθοποιού, όπου η μικρή κόρη του ηθοποιού σε έναν εκτεταμένο εσωτερικό μονόλογο περιγράφει με εκπληκτική ενάργεια κι αθώο αυθορμητισμό καταστάσεις που υπερβαίνουν τα χρόνια της: «Άκουσα το μπαμπά να της λέει πως έγινε κατά λάθος, έφταιγαν μάλλον τα χάπια, που έπαιρναν όλες οι Βάκχες μαζί για να αντέξουν αυτό το σπουδαίο θέατρο, το μεγαλύτερο αρχαίο θέατρο του κόσμου, και η νεότερη από αυτές δεν άντεξε, δεν είχε “την εμπειρία να το διαχειριστεί”.»
Η κορωνίδα όμως της έκθεσης έρχεται στο ακροτελεύτιο διήγημα, Η Συγγραφέας, όπου ο κορυφαίος τρόπος να εκτεθείς είναι να γράψεις για όλους τους πιθανούς τρόπους έκθεσης. Κι όπου βέβαια το να σου καταστραφεί ο σκληρός δίσκος του υπολογιστή που τόσο υποτιμούσες, ενώ συμπυκνώνεις το μήνυμα των διαδοχικών εμπειριών της ζωής, είναι η απόλυτη έκθεση στη ματαιότητα και την αναποδιά του «πήραμε τη ζωή μας λάθος». Υπάρχει σωστό και λάθος;
Η Έλενα Καρακούλη μας διευκρινίζει, για καλό και για κακό, ότι όλα τα πρόσωπα των διηγημάτων είναι φανταστικά, μένει ωστόσο η αίσθηση ότι τα γνωρίζει υπερβολικά καλά, υπερβολικά διεισδυτικά ώστε κάποιος να μπει στον πειρασμό να το αμφισβητήσει. Όμως ας βαστήξουμε την φαντασία μας, δεν είναι τίποτα άλλο από την (σπάνια) ικανότητα να παραδίδεις μια πραγματικά καλή μυθιστορία, που φτιάχνει τελικά ένα πάρα πολύ καλό βιβλίο. Όσες δεν το προλάβατε, να το διαβάσετε! Ποια ιστορία σας άγγιξε περισσότερο και γιατί; ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Χαχα αν και ο έλιοτ δε με ψήνει με τίποτα (από τους ‘κλασικούς’ είμαι πιο πολύ ρεμπό, μποντλέρ, βερλέν κτλ // αλλά γενικώς είμαι του πιο πειραματικού) …άντε καλές μαργαρίτες!
Pretty εσύ δεν είχες γράψει εδώ για τη Ρευστή Αγάπη του Μπάουμαν; Το πήρα ακόμα δεν το έχω ξεκινήσει γιατί διαβάζω κάτι άλλο. Καλες μαργαρίτες και καλά κοκτέιλ γενικά σε όλες!
Δε νομίζω ρε συ cookie, αλλά ο μπάουμαν μ αρέσει πολύ. Τη ρευστή αγάπη δεν την έχω διαβάσει (υποθέτω δεν είναι λογοτεχνία, ο μπάουμαν είναι κοινωνιολόγος). Εχω διαβάσει ωστόσο από μπάουμαν το liquid modernity, το liquid fear, το collateral damage… (αυτά θυμάμαι τώρα). Και τα θεωρώ to the point. Περιμένω γνώμη για το liquid love, το χαλβάδιαζα καιρό (αλλά δυστυχώς τα τελευταία 2 χρόνια όλο με θυμαμαι να πνίγομαι και να μην προλαβαίνω τίποτα)
((καταραμένοι ποιητές μαρία))
Poets maudits! Σωστά.
Είναι πολύ καλό χωρίς καμμία υπερβολή. Να μας πεις εντυπώσεις όταν το διαβάσεις.
Καλές μαργαρίτες!
Έλιοτ και καλοκαίρι βέβαια… 🤨 αλλά καλή ανάγνωση όπως κι αν έχει. Από τη μετάφραση του Σεφέρη ή στο πρωτότυπο;