Ένα μυθιστόρημα που έρχεται να ταράξει τα νερά δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Ένα μυθιστόρημα, όμως, που καταφέρνει να προκαλέσει εκδοτικό σεισμό χωρίς καν να έχει τυπωθεί, είναι περίπτωση με την οποία αξίζει κανείς να ασχοληθεί.
Τα «Άδεια σπίτια», το πρώτο μυθιστόρημα της Μεξικανής κοινωνιολόγου και ακτιβίστριας, Μπρέντα Ναβάρο, «ανέβηκαν» το 2018 στο διαδικτυακό περιοδικό και εκδοτικό οίκο Kaja Negra, με ελεύθερη πρόσβαση για όλους, και έκαναν πάταγο.
Το μυθιστόρημα έγινε γρήγορα εξαιρετικά δημοφιλές, σημείωσε τεράστια επιτυχία, ενώ θεωρήθηκε ένα από τα καλύτερα ισπανόφωνα μυθιστορήματα της δεκαετίας. Το επόμενο βήμα ήταν να κυκλοφορήσει το 2019 σε έντυπη μορφή από τον εκδοτικό οίκο Sexto Piso και να μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, ανάμεσά τους και στην ελληνική.
Την ενδιαφέρουν οι ηρωίδες της, που πασχίζουν να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που οι γυναικείοι ρόλοι είναι επιβεβλημένοι. Κι ας μην τις κατονομάζει. Ίσως για να μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας ή κομμάτια του στο πρόσωπό τους.
Ένας καινούργιος εκδοτικός οίκος, με το ευφάνταστο όνομα «Carnivora» και αγάπη στην ισπανόφωνη νουάρ λογοτεχνία, είναι αυτός που ανέλαβε να συστήσει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό το σπαρακτικό δημιούργημα της Ναβάρο, μέσα από μια ιδιαίτερα καλαίσθητη, «χειροποίητη» έκδοση.
Μια γυναίκα χάνει το παιδί της σε ένα πάρκο. Μια άλλη γυναίκα κλέβει ένα παιδί σε ένα πάρκο. Αυτή είναι εν περιλήψει η ιστορία που πραγματεύεται το βιβλίο. Ναι, πρόκειται για το ίδιο παιδί. Και όχι, τίποτα απ’ ό,τι ακολουθεί δεν είναι αναμενόμενο. Στο βιβλίο ουσιαστικά δεν υπάρχει πλοκή. Τη συγγραφέα δεν την ενδιαφέρει να γράψει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Κάθε άλλο.

Την ενδιαφέρουν οι ηρωίδες της, που πασχίζουν να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που οι γυναικείοι ρόλοι είναι επιβεβλημένοι. Κι ας μην τις κατονομάζει. Ίσως για να μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας ή κομμάτια του στο πρόσωπό τους.
Η μία γυναίκα στην πραγματικότητα δεν επιθυμεί να γίνει μητέρα. «Εξαναγκάζει» τον εαυτό της να το κάνει, για να αποκοπεί από τον εραστή της και να δεθεί με τον «άψογο» σύζυγό της, ο οποίος δεν τη συγκινεί εξίσου.
«Μια γυναίκα βγαίνει απ’ το πρώτο, το οικογενειακό κελί και σκοντάφτει, κάνει λάθος βήματα, αργοσαλεύει άτσαλα τα φτερά της και στρώνεται να φτιάχνει φωλίτσες απ’ το καθετί. Μια γυναίκα αρχίζει να φωνάζει: “Βάλε με στο κλουβί, άντε, άντε, σου λέω, βάλε με στο κλουβί”.»
Θα γεννήσει ένα πανέμορφο μωρό. Αυτιστικό. Και θα το χάσει μια μέρα στο πάρκο, απασχολημένη στο κινητό, με τη σκέψη στον εραστή της. Είναι η «μάνα-απάτη». «Αυτή που δεν είδε». Η ζωή της θα τελειώσει εδώ, η τιμωρία της είναι ότι εξακολουθεί να αναπνέει –δεν είναι γενναία να δώσει τέλος.
Η άλλη γυναίκα ανήκει στην κατώτερη κοινωνική τάξη. Σε αυτούς που προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε τρόπο, που πεθαίνουν προσπαθώντας να διασχίσουν τα σύνορα. Η βία είναι κομμάτι της καθημερινότητάς της από παιδί. Κανείς δε φαίνεται να την αγαπά, ούτε η ίδια της η μητέρα. Εκείνη, όμως, δε σταματά να ονειρεύεται.
«Το μόνο που δεν μπορούσα ήταν να ζήσω χωρίς να είμαι μάνα. Γιατί αυτό το κόλλημα; Γιατί έτσι. Κακό είναι να θες να γίνεις μάνα, κακό είναι να θες να δώσεις αγάπη; Εγώ ήθελα ν’ αναθρέψω την κόρη μου να γίνει διαφορετική από εμένα, απ’ τη μάνα μου, απ’ τη μάνα του Ραφαέλ, απ’ τις ξαδέλφες μου. Μια γυναίκα διαφορετική, που δε θ’ άφηνε κανέναν να την ξεγελάει, αλλά θα ήταν και τρυφερή.»

Ο σύντροφός της τη χλευάζει, δεν έχει καμία διάθεση να γίνει πατέρας. Μένει έγκυος τυχαία και θα το συνειδητοποιήσει όταν θα αποβάλλει. Στο νοσοκομείο θα αντιμετωπιστεί με σκληρότητα, σα «φόνισσα» που προκάλεσε η ίδια την αποβολή. Απελπισμένη πια, θα κάνει μια τρέλα. Θα αρπάξει το πιο όμορφο παιδί που έχει δει στη ζωή της. Κι ας είναι αγόρι. Έχει κι αυτή δικαίωμα στην ευτυχία.
Η Μπρέντα Ναβάρο παρακολουθεί τις ηρωίδες της, καθώς βυθίζονται στις πιο μύχιες και απαγορευμένες σκέψεις. Ξεδιπλώνει τις ιστορίες τους μέσα από παράλληλους μονολόγους, σκιαγραφώντας ταυτόχρονα μια κοινωνία πατριαρχική, γεμάτη σκληρότητα, όπου η ζωή έχει μικρή αξία και για τους εξαφανισμένους δεν θα ψάξει κανείς.
Η συγγραφέας ανατέμνει με ψυχραιμία και διεισδυτικότητα και την έννοια της μητρότητας ως κατασκεύασμα μιας καταναλωτικής κοινωνίας, που «επιβάλλει» το μητρικό ένστικτο εξασφαλίζοντας την υποταγή των γυναικών. Προσπαθώντας να χωρέσουν στα αποδεκτά από την κοινωνία πρότυπα οι ηρωίδες της συνθλίβονται, μοιάζουν με ανοιχτές πληγές, με «άδειο και ζοφερό σπίτι που ουδέποτε κατοικήθηκε».
Δεν υπάρχουν αυταπάτες για αίσιο τέλος σε μια τέτοια ιστορία. «Τα “Άδεια Σπίτια” εφορμούν στον εγκέφαλο του αναγνώστη και του λένε: Δεν έχεις δει τίποτα ακόμα. Η Μπρέντα Ναβάρο έγραψε μια μελέτη της οδύνης, γνωρίζοντας ότι πίσω από κάθε αγάπη υπάρχει ένας κρυμμένος δαίμονας.
Το να βυθιστείς σε αυτό το βιβλίο συνεπάγεται το είδος του ρίσκου που οφείλει να παίρνει κανείς σε μια εποχή στην οποία δεν υπάρχει χώρος για τη χλιαρότητα», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Μεξικανός συγγραφέας Γιούρι Ερέρα.
Βρείτε το βιβλίο στο LifoShop
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News
