Από αρχαιοτάτων η τριχοφυία υπήρξε κάτι πέρα από προσωπική επιλογή, ένας δείκτης ενσωμάτωσης στα εκάστοτε κριτήρια συμμόρφωσης στην κυρίαρχη αισθητική, μια ταξική συνθήκη, μια οφθαλμοφανής απόδειξη της όποιας οικονομικής δυνατότητας επίσης. Κι αυτό αφορά και στους άντρες και στις γυναίκες, αλλά η βαρύτητα για τις γυναίκες είναι αυξημένη καθώς η αποτρίχωση διαχρονικά τις αφορούσε περισσότερο.
Ο Ηρόδοτος, από τους πρώτους, καταγράφει τις επιμέρους συνήθειες των Αιγυπτίων, με την εισαγωγική παρατήρηση ότι συνηθίζουν να κάνουν τα περισσότερα πράγματα ανάποδα από τους άλλους λαούς. Συγκεκριμένα γράφει: “Παντού αλλού οι ιερείς των θεών αφήνουν τα μαλλιά τους μακριά, όμως στην Αίγυπτο κουρεύονται. Οι άλλοι λαοί έχουν έθιμο, μόλις πέσει πένθος, να κουρεύουν το κεφάλι τους αυτοί που ο πόνος τους είναι μεγαλύτερος, οι Αιγύπτιοι όμως, όταν ο θάνατος χτυπάει δικούς τους, αφήνουν τις τρίχες και της κεφαλής και της γενειάδας τους να μεγαλώσουν, ενώ πριν ήταν ξυρισμένοι.” (Ιστορίαι ΙΙ.36)
Ανάλογες πρακτικές επεκτείνονταν και στον γυναικείο πληθυσμό που χρησιμοποιούσε ξυράφια και μείγματα ρητινών για να κόψει ή να ξεριζώσει τις τρίχες. Η εποχή του Λίθου, αλλά και του Χαλκού, βρίθει εργαλείων οψιδιανού, ενός ηφαιστειακού πετρώματος που σχίζεται σε αιχμηρές λεπίδες που μπορούν να κόψουν σαν ξυράφι. Η λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου, με την πλούσια ηφαιστειακή δραστηριότητα, προσφέρεται για εξαγωγή τέτοιων εργαλείων.

Αντίθετα όμως απ’ό,τι διαδίδεται και γράφεται, η χρήση ζάχαρης, για την διάσημη “αιγυπτιακή χαλάουα” είναι μια πρακτική που άργησε να φτάσει στην Αίγυπτο, καθώς ήταν μόλις τον 4ο αιώνα π.Χ. που οι στρατιώτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου ανακαλύπτουν “το καλάμι που φτιάχνει μέλι χωρίς μέλισσες”, ενώ είναι οι Άραβες που τον 7ο αιώνα μ.Χ. θα ανακαλύψουν “εκ νέου” το ζαχαροκάλαμο και θα το καλλιεργήσουν στις κτήσεις τους στην λεκάνη της Μεσογείου, περιλαμβανομένης της Αιγύπτου.
Η απαρχή ενδεχομένως της διαδεδομένης αντίληψης περί καθαριότητας κι υγιεινής του αποτριχωμένου σώματος προέρχεται εντούτοις από το αρχαίο βασίλειο της Αιγύπτου. Η αποτρίχωση και το κούρεμα της κεφαλής γινόταν για να αποτρέψει την προσβολή από ψύλλους, ψείρες κι άλλα ζωύφια. Επιπλέον το ξύρισμα των μαλλιών κι η αντικατάστασή τους από περούκες κατασκευασμένες από τα κομμένα μαλλιά δικαιολογείται λόγω της μεγάλης ζέστης της περιοχής.
Η υπαρκτή τριχοφυία θεωρούνταν ένδειξη κατώτερης τάξης, ωστόσο σε έναν πληθυσμό που ηγεμόνευε επί της εποχής του πάνω σε άλλους λαούς, η συνήθεια αυτή αντιπροσώπευε και τον διαχωρισμό από τον ξένο και τον αιχμάλωτο.
Στην αρχαία Ελλάδα και Ρώμη η τριχοφυία αφαιρούνταν συνολικά (πλην κεφαλής, μαλλιών και φρυδιών) από τις γυναίκες, ως κανόνας αισθητικής για να διακρίνονται από τους άντρες. Είναι χαρακτηριστικό ότι και στην Μινωϊκή εποχή οι θαυμάσιες τοιχογραφίες που απεικονίζουν γυμνόστηθες γυναίκες διαχωρίζουν τα φύλα τόσο με την χρώση του δέρματος (καφέ για τους άνδρες και λευκό για τις γυναίκες), όσο και με την απουσία τριχοφυίας. Στον Αριστοφάνη στις Εκκλησιάζουσες η διαφοροποίηση με το άλλο φύλο τοποθετείται ακριβώς σε αυτή την πράξη, καθώς οι επαναστατημένες γυναίκες σταματούν την αποτρίχωση και υιοθετούν το πρακτικότερο αντρικό ντύσιμο σε μια εξέγερση κατά της καταπίεσης του φύλου τους. Το γεγονός ότι το αρχαίο δράμα ανδροκρατείται, τόσο θεσμικά, όσο και τυπικά, με τους γυναικείους ρόλους παιγμένους από άνδρες ηθοποιούς, ρίχνει ένα ειρωνικό φως πάνω σε στίχους όπως “πέταξα το ξυράφι έξω από το σπίτι για να γίνω τριχωτή και να μη δείχνω γυναίκα.” Στην Λυσιστράτη, η ερωτική απεργία των γυναικών, ώστε να επέλθει συντομότερα η ειρήνη, είναι ακόμη πιο καυστική παράμβαση, ενώ ο χαρακτήρας της Λυσιστράτης ακροβατεί ανάμεσα σε άντρα και σε γυναίκα, καθώς ο Αριστοφάνης την τοποθετεί σε μια θέση υπεράνω των στεροτύπων του φύλου της, δίνοντας ίσως έτσι μια εντύπωση του τι πιστεύει για τις συμβάσεις και τους έμφυλους ρόλους…

Στην κλασσική Αθήνα η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ήβη σηματοδοτούνταν με το χνούδι. Η αποτρίχωση γινόταν με καψάλισμα, με τη χρήση λυχναριού ή πιο ήπια με χρήση καυτής στάχτης ώστε να νεκρωθούν οι θύλακες των τριχών, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι αποτελεί ένδειξη ελεύθερων γυναικών. Στις δούλες η αποτρίχωση απαγορευόταν. Ψίλωθρα ή δρώπακες ονόμαζαν τα μείγματα ρητινών και πίσσας που εισήγαγαν από μέρη της Μέσης Ανατολής, που λειτουργούσαν με την επάλειψη κι απότομη αποκόλληση, περίπου όπως το σύγχρονο κερί.
Μία εκ των συνυποδηλούμενων εννοιών της απουσίας τρίχας ήταν επιπλέον η αγνότητα.
Σε πολλές θρησκείες συναντάμε την υποχρεωτική αφαίρεση των τριχών, όπως στην κουρά των Βουδιστών και Χριστιανών μοναχών κατά τη χειροτονία τους. Στην Ταϊλάνδη ξυρίζουν, εκτός από το κεφάλι τους, και τα φρύδια τους. Σε πολλές βουδιστικές χώρες επιπλέον ξυρίζουν τα κεφάλια των παιδιών, πρακτική που αντανακλά και την έγνοια της μη προσβολής από ζωύφια, αλλά ταυτόχρονα και την ανάδειξη του ηλικιακού διαχωρισμού. Η φεμινιστική οπτική της αποτρίχωσης ως μέσου εξομοίωσης της ώριμης γυναίκας με έφηβη παρατηρούμε λοιπόν ότι δεν είναι φαντασιοκοπία, αλλά έχει ιδεολογικό υπόβαθρο και σε άλλους πολιτισμούς διαφορετικούς από τον δυτικό.
Αντίστοιχες πρακτικές ακολουθήθηκαν και στις μουσουλμανικές περιοχές κατά τους κατοπινούς αιώνες, όπως και στην δυτική Ευρώπη. Στις μουσουλμανικές χώρες, όπου οι μόνες τρίχες στις γυναίκες που είναι κοινωνικά αποδεκτές είναι αυτές επί της κεφαλής τους, η κάλυψη των μαλλιών, ως ερωτικό σύμβολο ρώμης και έλξης, είναι επιβεβλημένη στο Ισλάμ.
Την εποχή των Σταυροφοριών οι Ιππότες έφεραν από την Αφρική και την Μέση Ανατολή την τεχνική της αποτρίχωσης με φυσικό κερί μέλισσας. Στην δύση τον καιρό εκείνο χρησιμοποιούνταν καυστικά προϊόντα όπως ο ασβέστης και το θειούχο αρσενικό! Μετά την αποτρίχωση, δε, επαλείφονταν με αίμα νυχτερίδας ή με στάχτη εμποτισμένη με ξύδι για να απαλυνθεί η τριχοφυία και να μην ξαναφυτρώσει γρήγορα.
Πιθανότατα ο πόλεμος στην τρίχα της εποχής εκείνης δεν διέπονταν από το μένος της καθαριότητας, συνυπολογίζοντας ότι, όπως αναλυτικά περιγράφει ο Γάλλος ιστορικός Αλαίν Κορμπέν, η υγιεινοποίηση των ευρωπαϊκών πόλεων ξεκίνησε μόλις τον 17ο αιώνα, κορυφώνοντας τον 18ο, ενώ πιο πριν η ύπαρξη αποχετευτικού δικτύου στα αστικά κέντρα της Δύσης ήταν απλά… όνειρο. Ηπταν η εμμονή με την λευκότητα της γυναικείας επιδερμίδας που εξόριζε στο πυρ το εξώτερο την αντίστιξη της χρωματιστής τρίχας πάνω της. Η επιδίωξη της διαφάνειας της επιδερμίδας (συνηθίζονταν ακόμα και να ζωγραφίζονται γαλάζιες φλεβίτσες πάνω της στο ντεκολτέ!) επιτελούνταν με την χρήση επικίνδυνης πάστας μολύβδου. Οι επώδυνες πρακτικές αποτρίχωσης κράτησαν ως την Belle Époque, την εποχή πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ίσως όμως η πλέον ανατριχιαστική έκφανση της αποτριχωτικής μανίας να εκδηλώθηκε κατά τον Μεσοπόλεμο, όταν κυκλοφόρησε το Koremlu, αποτριχωτική αλοιφή για το άνω χείλος που περιείχε…ποντικοφάρμακο, συγκεκριμένα οξεΐκό άλας του θαλλίου σε περιεκτικότητα άνω του 7%. Ο ερευνητής Ρεϊμόν Σαμπουρό, που ειδικευόταν στις ασθένειες του τριχωτού, είχε εντοπίσει τις αποτριχωτικές ιδιότητες του συστατικού, αλλά με σαφή ένδειξη για περιεκτικότητα μόλις 1% στην φόρμουλα. Ανάμεσα στις παρενέργειες μετά από επανειλημμένες επαλείψεις του Komerlu ήταν η απώλεια μαλλιών, οι αρθραλγίες, η παράλυση, η βλάβη στο οπτικό νεύρο…
Αναρωτιέται κανείς αν οι σύγχρονες γυναίκες, με την δεδομένη ασφάλεια των διατάξεων του FDA και της ΕΕ για τα καλλυντικά, και την ελεύθερη επιλογή για το αν θα αποτριχώσουν ή όχι το σώμα τους, κέρδισαν επιτέλους το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, ή έπεσαν σε ευτυχή συγκυρία όπου οι επιταγές δεν είναι τόσο μοιραία επιτακτικές.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News
