Η Noura Djuric είναι μια 23χρονη ζωγράφος από τις Βρυξέλλες, έχει καταγωγή από το Μαρόκο και τη Σερβία και δραστηριοποιείται στην Αθήνα. Δεν σπούδασε τέχνες σε πανεπιστήμιο και, όπως η ίδια εξηγεί, «εκπαιδεύτηκα καλλιτεχνικά με άλλον τρόπο. Δημιούργησα από νωρίς το δικό μου στούντιο και έμαθα ελαιογραφία μαθητεύοντας δίπλα σε δάσκαλο στο Παρίσι. Εκεί παρακολούθησα τεχνικά μαθήματα σε ακαδημίες και δούλεψα ως βοηθός ζωγράφων. Εγκαταστάθηκα τελικά στην Αθήνα, όπου διατηρώ εργαστήριο τα δύο τελευταία χρόνια».
— Πώς αποφάσισες να έρθεις στην Αθήνα;
Ζούσα και εργαζόμουν στο Παρίσι αμέσως μετά το πρώτο lockdown του 2021. Είχα ανάγκη να ξεφύγω για λίγο από την πόλη και να βρω καλύτερες συνθήκες για να ζωγραφίζω. Η Αθήνα ήταν το πρώτο μέρος που με τράβηξε μετά το Παρίσι, αν και είναι πολύ διαφορετικές πόλεις. Ήταν μια παρόρμηση που μετατράπηκε σε κάτι πολύ όμορφο.
— Τι σου αρέσει περισσότερο σε αυτή την πόλη;
Παραδόξως, μου δημιούργησε μια πολύ οικεία αίσθηση όταν την επισκέφθηκα για πρώτη φορά. Μου άρεσε το φως και ταυτόχρονα η ήρεμη ενέργεια. Μου θύμισε το Μαρόκο, όπου πέρασα αρκετά μεγάλα διαστήματα ως παιδί, αλλά ήταν και αρκετά διαφορετική. Πιθανώς έχει να κάνει με τον τρόπο ζωής, ο ελληνικός πολιτισμός είναι αρκετά κοντά στην καταγωγή μου.
Στη συνέχεια με ενδιέφερε ως ζωγράφο η καλλιτεχνική της σκηνή, και μου αρέσει ακόμα περισσότερο τώρα που τη γνωρίζω από κοντά. Επίσης, έχω την ευκαιρία να ζω σε ένα μέρος πλούσιο ιστορικά, με αρχαιολογικούς χώρους, μουσεία. Οι πολλαπλές ταυτότητες της Ελλάδας απηχούν και τη δική μου ταυτότητα. Ο συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων με έκαναν να μείνω.
Η παραστατικότητα στη ζωγραφική μου μού επιβλήθηκε πολύ νωρίς, χωρίς καν να το αποφασίσω. Εκ των υστέρων καταλαβαίνω ότι τα πορτρέτα εξυπηρετούν με μεγαλύτερη ακρίβεια τα θέματά που με απασχολούν, τα οποία περιστρέφονται όλα γύρω από τον άνθρωπο, το σώμα και την ταυτότητα γενικότερα.
Υπάρχει μια φράση του Σεφέρη που συνοψίζει τη σχέση μου με τη χώρα: «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει». Το ερμηνεύω με έναν δικό μου τρόπο, αυτές οι λέξεις ακουμπάνε βαθιά μέσα μου. Είμαι ερωτευμένη με την Αθήνα. Μέχρι στιγμής δεν έχω βρει κάποιο ελάττωμα που θα με έκανε να τη μισήσω.
— Πώς σε αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι εδώ; Ως ξένη;
Είχα την τύχη να γνωρίσω πολύ γρήγορα μερικούς καταπληκτικούς ανθρώπους. Η πόλη είναι μικρή και οι επαφές εύκολες όταν έχεις λίγο ταμπεραμέντο. Δεν περίμενα τόσο θερμή υποδοχή από την καλλιτεχνική σκηνή, τους γείτονες, τους ντόπιους κ.λπ. Η καλλιτεχνική εργασία επιτρέπει τις συνδέσεις και ένα άνοιγμα που κάνει τις συναντήσεις απλές και ρευστές. Πρέπει να πω πως το γεγονός ότι άρχισα να μιλάω λίγο ελληνικά δημιούργησε ένα πριν και ένα μετά στις σχέσεις μου με τους Έλληνες και την κουλτούρα τους γενικότερα. Η επικοινωνία στα ελληνικά δεν είναι απόλυτα εφικτή. Είναι μια δύσκολη γλώσσα, αλλά νιώθω ότι είναι πιο δύσκολο να ενσωματωθείς αν δεν κάνεις μια προσπάθεια. Νομίζω ότι το γεγονός πως είμαι μισή Μαροκινή και μισή Σέρβα με βοήθησε να νιώσω άνετα πολύ γρήγορα, καθώς η Ελλάδα είναι ένας μικρός τόπος μεταξύ των δύο χωρών από τις οποίες κατάγομαι. Αυτό με βοήθησε να μην αισθανθώ ξένη, ίσως και το ότι έχω μετακομίσει αρκετές φορές στη ζωή μου. Μεγάλωσα στο Βέλγιο και έζησα στο Μαρόκο, στην Ιταλία και στη συνέχεια στη Γαλλία.
— Από πού εμπνέεσαι;
Από τις προσωπικές μου εμπειρίες, από έργα που με σημάδεψαν, π.χ. ορισμένων μεταπολεμικών ζωγράφων ή καλλιτεχνών όπως ο Kerry James Marshall, η Leonor Fini, η Dorothea Tanning ή η Louise Bourgeois. Μερικές φορές με εμπνέουν οι εικόνες που βλέπω στο διαδίκτυο, φωτογραφίες που βγάζω εγώ ή καλλιτέχνες που με περιβάλλουν.
— Γιατί ζωγραφίζετε τόσο πολλούς ανθρώπους και πορτρέτα;
Η παραστατικότητα στη ζωγραφική μου μού επιβλήθηκε πολύ νωρίς, χωρίς καν να το αποφασίσω. Εκ των υστέρων καταλαβαίνω ότι τα πορτρέτα εξυπηρετούν με μεγαλύτερη ακρίβεια τα θέματά που με απασχολούν, τα οποία περιστρέφονται όλα γύρω από τον άνθρωπο, το σώμα και την ταυτότητα γενικότερα. Νομίζω ότι τόσο το ιστορικό υπόβαθρο της προσωπογραφίας όσο και η ανάγκη για ενσυναίσθηση με έκαναν να επιλέξω αυτό το μέσο. Χρειάζομαι να ζωγραφίζω σκηνές όπου οι άνθρωποι είναι υποκείμενα που αλληλεπιδρούν και ενσαρκώνουν κάτι σημαντικό για μένα.
— Γιατί σου αρέσει τόσο πολύ να ζωγραφίζεις γυμνά σώματα;
Το γυμνό υπάρχει στην Ιστορία της Τέχνης από τις απαρχές της αναπαράστασης, αλλά είναι ενδιαφέρον να δούμε πώς αλλάζει ανάλογα με την εποχή, την εκάστοτε εξουσία, τη θρησκεία και τις καλλιτεχνικές κωδικοποιήσεις. Ο τρόπος που το χρησιμοποιώ φέρνει τον θεατή αντιμέτωπο με σύμβολα και την Ιστορία, με θέματα όπως η οικειότητα και η μνήμη και μια μορφή απροκάλυπτης αλήθειας. Συχνά κινούμαι μεταξύ του κοστουμιού και της απόλυτης γύμνιας. Είναι σημαντικό για μένα να συνομιλώ με κωδικοποιήσεις και σύμβολα, συνδέοντάς τα με την τρέχουσα επικαιρότητα.
— Τι θέλεις να εκφράσεις μέσα από τους πίνακές σου;
Μερικές φορές ένα συναίσθημα, κάποιες άλλες μια αντίφαση ή έναν πολύ μεγάλο προβληματισμό. Συχνά λέω ιστορίες που σημαίνουν κάτι για μένα, αντλώντας έμπνευση από διάφορες πολιτιστικές πηγές. Οι έρευνές μου έχουν ένα συγκεκριμένο θέμα, μερικές φορές όμως, μέχρι να τελειώσω έναν πίνακα, δεν ξέρω περί τίνος πρόκειται. Άλλες φορές είναι η ιστορία κάποιου που μετατρέπεται σε θεατρικό έργο.
Η ταυτότητα και η αίσθηση του εαυτού είναι παρούσες στους πίνακές μου, σε κίνηση αποδομημένη, μεταμφιεσμένη, χαμένη. Αυτό εκφράζεται επίσης στη σειρά με τους εραστές, οι οποίοι είναι τρυφεροί, αλλά παραμένουν σε ένα είδος έντασης, σχεδόν απομακρυνόμενοι ο ένας από τον άλλον. Νομίζω ότι αυτή η ένταση ενσωματώνει ένα από τα θέματα της ζωγραφικής μου. Αναζητούν τη σταθερότητα, μια ισορροπία εν μέσω ακραίων καταστάσεων, αλλά δεν τη βρίσκουν.
— Σου αρέσει η μόδα; Είδα τα πουκάμισά σου και μπορώ να πω ότι είναι φοβερά. Μίλησέ μου για την Artemisia.
Στην πραγματικότητα, καθόλου, αλλά αρκετοί από τους φίλους μου, όπως η Sofia Saerens, της οποίας η πρακτική είναι επίσης πολύ προσανατολισμένη στο σώμα, τη λατρεύουν. Η ιδέα να συνεργαστούμε ήρθε αρκετά νωρίς και τελικά τα καταφέραμε φέτος. Δημιουργήσαμε αυτήν τη μικρή συλλογή ρούχων, η οποία συγκεντρώνει μια σειρά από πουκάμισα που σχεδίασε η Σοφία ‒ πάνω σε αυτά ζωγράφισα. Εκείνη δημιούργησε το σχέδιο και έραψε τα πάντα με το χέρι. Επειδή η πρακτική μου συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το σώμα και τα ρούχα είναι σε άμεση επαφή με αυτό, ήταν ενδιαφέρον να συνεργαστούμε με αυτόν τον τρόπο για να δημιουργήσουμε ένα «φορητό» έργο τέχνης μέσα και από τη δική της οπτική. Αυτό που εμείς θέλαμε ήταν να ταιριάζει σε όσο το δυνατό περισσότερους ανθρώπους, γι’ αυτό επιλέξαμε το μέγεθος του oversized πουκαμίσου. Σκεφτόμαστε να δημιουργήσουμε κι άλλα κομμάτια, ειδικά μετά το ενδιαφέρον που προκάλεσε η πρώτη μας απόπειρα.
Η Artemisia είναι μια δομή που εγκαινιάζω με σκοπό την οργάνωση συνεργασιών και εκθέσεων αλλά και κάθε είδους καλλιτεχνικών έργων που τείνουν να συνδέουν τις Βρυξέλλες με το Παρίσι και την Αθήνα. Η συλλογή ρούχων είναι το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
— Ποια είναι τα σχέδιά σου για το μέλλον;
Το πρότζεκτ Artemisia φυσικά, το οποίο θα παρουσιάσει εκθέσεις στην Αθήνα και αλλού, μια ατομική έκθεση στο Παρίσι στα τέλη Σεπτεμβρίου και ελπίζω και στην Αθήνα, του χρόνου. Πάνω απ’ όλα, θέλω να συνεχίσω να δημιουργώ δεσμούς μεταξύ καλλιτεχνών που δεν γνωρίζονται ακόμα μεταξύ τους και έχουν πολλά να μοιραστούν.
Info
Τα πουκάμισα θα είναι διαθέσιμα για αγορά στο διαδίκτυο στα τέλη Ιουνίου, τα βρίσκετε όμως ήδη στο βιβλιοπωλείο/καφέ ADAD BOOKS στα Πετράλωνα, το οποίο διευθύνει η εξαιρετική Alix Janta.
Instagram: @artemisiathens @nouradjuric_
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News





