Το ερώτημα είναι πάντα ένα κι η απάντηση καθοδηγεί τις απαντήσεις σε όλα τα επόμενα.
______________
Η ιστορία της Δεν Ξέρω Πια όπως την ξεχώρισα σήμερα.
”Κάνε την ερώτησή σου”.
Κι αν δεν είναι μόνο μία;
17 χρονών, σε δύο μήνες 18, και δεν ξέρω πώς να μην αφήσω τον εαυτό μου να διαλυθεί εντελώς.
Χτυπημένη από πολλαπλές καραντίνες, από χίλιες ανασφάλειες και ψυχαναγκασμούς προσπαθώ να βρω τι ζητάω από τη ζωή μου. Μέσα σε αυτό το χάος υποκρίνομαι και κοροϊδεύω τον εαυτό μου ότι μου αρέσει το σχολείο, τα μαθήματα και όλα τα υπόλοιπα. Και η αλήθεια είναι ότι όντως μου άρεσαν κάποτε. Τα απολάμβανα. Και τώρα κάπου βαθιά μέσα μου αισθάνομαι ότι μου αρέσουν, ότι τα αγαπώ, χωρίς να μπορώ να το εξωτερικεύσω. Τι θα περάσω, πρέπει να διαβάσω, δεν πρέπει να αφήσω κενά στην ύλη, πρέπει να είμαι κοινωνικά αδρανής. Στην τελική το κατάφερα, έμεινα στάσιμη, βυθίστηκα σε σκέψεις και σε ιδέες ψυχαναγκαστικές.
Δεν ξέρω πώς έφτασα μέχρι εδώ, ήμουν τόσο δραστήρια και ενεργή, χαιρόμουν τη ζωή και τώρα αισθάνομαι άρρωστη. Ψυχικά άρρωστη. Με επισκέψεις σε ψυχολόγο, παιδοψυχίατρο και με ένα οικογενειακό περιβάλλον πολύ υποστηρικτικό, είμαι σε απόγνωση. Νιώθω βρώμικη και αποτυχημένη, χωρίς καμία αξία. Χωρίς να μπορώ να αφεθώ και να προσπαθήσω ειλικρινά για τις πανελλήνιες, χωρίς κάποιον εκτός της οικογένειας να πιστεύει σε εμένα, έναν φίλο, μια φίλη, να μιλάμε. Να αγαπήσω και να αγαπηθώ.
ΑΠΟ ΤHΝ – Δεν ξέρω πια
______________
Ας οργανώσουμε τη συζήτηση.
Τι λογικότερο, τι φυσιολογικότερο, τι πιο αναμενόμενο από μια έφηβη που αναρωτιέται πού πάει, στο δρόμο προς την ενηλικίωση; Υπάρχει άνθρωπος που τα είχε άραγε όλα λυμένα σε αυτή την ηλικία και δεν ένιωθε όπως ακριβώς νιώθεις κι εσύ; Αμφιβάλλω. Βάλε κι ότι πέρασες, όπως όλοι μας, μια πρωτόγνωρη συνθήκη, την πανδημία, που σκίασε όλες τις δραστηριότητες κι όλες τις κοινωνικές επαφές που κάνουν τον άνθρωπο άνθρωπο, και συμπληρώθηκε το καρέ.
Η ερώτηση είναι πάντοτε μία, κι η απάντηση απαντά και σε όλες τις υποερωτήσεις που θα έρθουν στο δρόμο σου: “ποιά είμαι;”.
Θα βρεις τον εαυτό σου στο πικρό χαμόγελο ενός περαστικού, στο γέλιο μιας παρέας που μεθάει δίπλα στο κύμα, σε ένα ταξίδι όπου θ’αφήσεις κομματάκια της ψυχής σου να γαληνέψουν και να αποκοπούν από το σώμα σου για να μείνουν για πάντα στον ξένο τόπο. Θα τον βρίσκεις και θα τον χάνεις, και φτου κι απ’την αρχή. Κι όλο αυτό το λένε ζωή.
“Άκουσε με μικρέ μου Σίνκλερ. Πρέπει να φύγω. Ίσως χρειαστείς ξανά τη βοήθειά μου. Όταν με φωνάξεις, δεν θα έρθω πια πάνω στο άλογο ή με το τρένο. Θα πρέπει να ακούσεις τη φωνή μέσα σου και τότε θα μ’ακούσεις να σου μιλώ. Με καταλαβαίνεις;”
Είσαι στην καταλληλότερη ηλικία να διαβάσεις τον Ντέμιαν και τον Λύκο της Στέππας.
Και καλή επιτυχία στις εξετάσεις σου! Δεν είναι το τέλος του κόσμου, είναι μόνο η συναρπαστική αρχή.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News
