Σύμφωνα με την αυστραλέζα δημοσιογράφο Johanna Leggart στον Guardian, η ρήση του Joseph Cambell που ενθάρρυνε τους φοιτητές του να “ακολουθούν την ευδαιμονία τους” στην εύρεση εργασίας είναι η αιτία για χιλιάδες quotes με ηλιοβασιλέματα στο Facebook και ταξίδια αυτογνωσίας στην Ινδία. Όμως μήπως είναι καιρός να αναθεωρήσουμε αυτό το δεδομένο της ποπ κουλτούρας;
Ειδικά για τις γυναίκες, η εύρεση εργασίας είναι ένα στοίχημα ανεξαρτησίας και αυτονόμησης που επιτρέπει μια αναβαθμισμένη ποιότητα ζωής σε σχέση με την εξάρτηση σε παλαιότερα πατριαρχικά σχήματα. Πόσο όμως ο καταναγκασμός της “σωστής” εργασίας τις κρατά πίσω, δυσαρεστημένες σε μια αβελτηρία;
Φαίνεται πως το ιερό δισκοπότηρο της σωστής εργασίας κατέληξε -μέσω των εργαλείων self help και του life coaching να βρούμε τη δουλειά που να αξιοποιεί τα βαθύτερα ταλέντα μας- να είναι απλησίαστο: να μας μεταμορφώνει ως ανθρώπους και ταυτόχρονα να πληρώνει τους λογαριασμούς.
Όμως στην αναζήτηση της δουλειάς που θα είναι αρκετά καλή (και που δεν θα την μισούμε) δημιουργείται το σύγχρονο ερώτημα της εργασίας που “πρέπει” οπωσδήποτε να αγαπάμε. Κι όλων των συνθηκών που τη πλαισιώνουν, άραγε; Από το περιβάλλον, τους συναδέλφους, τις συνθήκες εργασίας, την προοπτική εξέλιξης κ.ο.κ. Πόσο εφικτό είναι αυτό;
Όπως γράφει η Αμερικανίδα δημοσιογράφος Sarah Jaffe στο βιβλίο της Work Won’t Love You Back: How Devotion to Our Jobs Keeps Us Exploited, Exhausted and Alone: «Η ιδέα ότι η εργασία πρέπει να είναι πηγή εκπλήρωσης έχει γίνει κοινή λογική στον κόσμο μας, στο βαθμό που το να λες το αντίθετο είναι πράξη εξέγερσης».
Πλημμυρισμένοι από μηνύματα σχετικά με το δικαίωμά μας σε μια βαθιά ικανοποιητική εργασία, πολλοί από εμάς προσπαθούμε να μεταφέρουμε το πάθος μας, αυτό που μας αρέσει να κάνουμε όταν δεν είμαστε στη δουλειά, σε χρεώσιμες ώρες. Κάνοντας εντούτοις αυτό διατρέχουμε τον κίνδυνο να το εμπορευματοποιήσουμε, να μετατρέψουμε το πάθος σε μια αγγαρεία χωρίς χαρά που μπετονάρεται εντός των περιορισμών του εργασιακού μοντέλου. Ό,τι είναι χαρούμενο, δημιουργικό και διασκεδαστικό γίνεται σκληρός μόχθος. Ίσως δεν είναι όμως απαραίτητο, αναρωτιέται η δημοσιογράφος.
Πολλοί από εμάς είμαστε ευγνώμονες στους καλλιτέχνες και τους συγγραφείς που δίνουν προσοχή στις τάσεις τους και αφιερώνουν τη ζωή τους στο πάθος τους, χωρίς το εφεδρικό σχέδιο μιας σίγουρης εργασίας. Αλλά το να προωθήσουμε αυτό το μονοπάτι ως το κλειδί για μια ολοκληρωμένη καριέρα είναι να υποκύψουμε στην όψιμη καπιταλιστική ιδεολογία ότι είναι αποκλειστικά έργο της εργασίας να μας ολοκληρώσει ως προσωπικότητες. Σε τελική ανάλυση, είναι πιο εύκολο να δουλεύουμε με την ψευδαίσθηση ότι η τέλεια δουλειά, όπως η τέλεια σχέση, βρίσκεται κάπου εκεί έξω, απλώς περιμένοντας να αναλάβουμε τα πάθη και τις ικανότητές μας, αντί να αντιμετωπίσουμε την απογοητευτική πραγματικότητα ότι η δουλειά είναι κυρίως αυτό που προκύπτει απ’ την εργασία μας.
Δεν υποστηρίζουμε ότι πρέπει να αποδεχτούμε την κόλαση μιας τοξικής κουλτούρας εργασίας. Ούτε πρέπει να ανεχόμαστε δουλειά που είναι απανθρωποποιητική. Δεν υπάρχει τίποτα ευγενές ή εποικοδομητικό στο να μένεις σε μια δουλειά που μισείς, στο να ζεις μόνο τα Σαββατοκύριακα, στο να χαμογελάς και να γνέφεις στις συναντήσεις μέχρι να χάσεις τη θέληση για ζωή. Επομένως, η λύση για την εργασία που δεν συνθλίβει την ψυχή δεν είναι πιθανό να βρεθεί στη δημιουργία εσόδων από τα πάθη μας, αλλά στην αναζήτηση «αρκετά καλής» δουλειάς που ταιριάζει καλά στις δεξιότητες και την προσωπικότητά μας.
Η δημοσιογράφος διευκρινίζει για τον εαυτό της, κι ίσως είναι τροφή για σκέψη ότι, “η αρκετά καλή δουλειά ορίζεται από ένα μέτρο αυτονομίας, ώστε να μπορώ να κάνω το έργο δικό μου και ως εκ τούτου να βρω νόημα. Η αρκετά καλή δουλειά μου δίνει επίσης τον χώρο για να κυνηγήσω το αληθινό μου πάθος: να προσποιούμαι ότι γράφω ένα μυθιστόρημα, ενώ φωτογραφίζω τον σκύλο μου με περίεργα ρούχα.”
Με στοιχεία από τον Guardian
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News
