Όσοι έχουν μεγαλώσει στην Αθήνα από το ’70 και μετά, ως παιδιά μιας άναρχης πόλης, με τη μία πολυκατοικία να «κολλάει» πάνω στην άλλη και η μια να ξέρει τα μυστικά της άλλης, ξέρουν μία πολύ συγκεκριμένη ατάκα: «Μη φωνάζεις, θα μας ακούσει η γειτονιά». Η ατάκα συνοδευόταν πάντα από την τρεχάλα, της μάνας ή της γιαγιάς συνήθως, να κλείσει πόρτες και παράθυρα, ειδικά εκείνα που «έβλεπαν» στον φωταγωγό και λειτουργούσαν ως το τέλειο ηχείο στις ζωές των ανθρώπων μιας πολυκατοικίας.
Φωνές και οσμές. Ο φωταγωγός στις παλιές αθηναϊκές πολυκατοικίες ήταν ο δείκτης της εύρυθμης λειτουργίας των διαμερισμάτων. Έμπαινε καθημερινά κατσαρόλα στην κουζίνα; Ακούγονταν γέλια και ήρεμες συζητήσεις; Όλα καλά. Πνιχτές φωνές, γδούποι και πόρτες να βροντάνε, κι αμέσως όλη η πολυκατοικία γνώριζε για το ζευγάρι του 3ου, την οικογένεια του 2ου και πάει λέγοντας.
Με το «μη μας ακούσει η γειτονιά» (και ρεζιλευτούμε / και μας πιάσουν στο στόμα τους / και μας λυπηθούν) μεγάλωσε πολύς κόσμος και κυρίως πολλές γυναίκες. Μαζί τους, φυσικά μεγάλωνε και το τραύμα. Αν έμενε τραύμα, και δεν γινόταν θανάσιμη απειλή.

Στην 17η γυναικοκτονία του έτους (και είναι 17η, διότι όλοι παραδόξως ξεχνούν τη δολοφονία της μάνας στο Αγρίνιο από τον ίδιο της τον γιο…), η υπόθεση της Τζεβριέ συζητιέται –αν είναι δυνατόν!- για το ότι δεν ειπώθηκε ποτέ η αλήθεια στις αρχές. Ούτε από την ίδια ούτε από τον σύζυγο και δήμιο της. Ούτε από συγγενείς που λίγα ρωτούσαν, αφού, όπως είπαν, η κοπέλα δεν έλεγε πολλά. Είπαν ότι έπεσε από τη σκάλα και κάποιοι χρέωσαν τη δολοφονημένη γι’ αυτό.
Και όσων ο δρόμος διασταυρώθηκε μ’ αυτή την τόσο κακοποιημένη γυναίκα, που κι άλλες φορές χτυπήθηκε αλύπητα, απ’ το μυαλό τους δεν πέρασε το πιο απλό: ρώτα – επέμεινε – δώσ’ της να καταλάβει ότι μπορεί να μιλήσει, να ζητήσει βοήθεια – κάλεσε τις αρχές.
Το κουκούλι της γειτονιάς που ακούει, του χωριού που ξέρει, της πολυκατοικίας που αφουγκράζεται αλλά δεν μιλά, είναι το κουκούλι της συνενοχής. Το βολικό μέρος που θρέφει φονιάδες.
«Γιατί να μπλεχτώ; Γιατί ν’ ανακατευτώ; Θα βρω τον μπελά μου», σκέφτεται ο κόσμος μέσα σ’ αυτό το κουκούλι. Μα, για να μην έχεις αίμα στα χέρια σου, για να ζήσει κάποια που –το ξέρεις και το ξέρουμε και το ξέρουν όλοι- βαδίζει προς τον θάνατο. Αν όχι σήμερα, τότε αύριο.
Η Τζεβριέ ήταν ένα από αυτά τα κορίτσια. Όλοι κάπως ήξεραν, αλλά καθόλου δεν μίλαγαν. Η Τζεβριέ ας γίνει «ξυπνητήρι» για όσους ο δρόμος τους διασταυρώνεται με τέτοιες γυναίκες. Με έναν μώλωπα εδώ, μια γρατζουνιά εκεί, ένα σπασμένο δόντι, ένα σκίσιμο στο φρύδι. Με γυναίκες που σκόνταψαν πάνω σε γροθιές, που γλίστρησαν – πάνω στο ίδιο τους το αίμα, και πάει λέγοντας.
Αν είστε γιατρός ή αστυνομικός, γείτονας ή περαστικός, μην προσπεράσετε, ανασηκώνοντας τους ώμους. Κυρίως, όμως, αν είστε κάποιου είδους «αρχή», «φορέας», «παράγων» και στον δρόμο σας βρεθεί μια τέτοια γυναίκα, βάλτε τα πιο τρυφερά δυνατά σας και ρωτήστε, αν τη χτυπάει. Μην την αφήσετε να φύγει, ενημερώστε τις αρχές. Ναι, θα μπείτε σε μπελάδες, ναι, ίσως χρειαστεί να κάνετε το έξτρα μίλι που λένε κι οι φίλοι μας οι Άγγλοι. Όχι, δεν έχετε βάλει ακόμα ένα καρφί σ’ ένα γυναικείο φέρετρο. Τόσο κυνικά, αλλά και τόσο σίγουρα.
Μια πολυκατοικία / ένας δρόμος / μια γειτονιά που «ακούει», είναι μια πολυκατοικία / ένας δρόμος / μια γειτονιά που αγαπάει τους ανθρώπους. Και μην κλείνετε πόρτες και παράθυρα. Δεν υπάρχει χρόνος για μικροαστισμούς.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News
