‘Οταν κάνεις παιδί από μια ηλικία και μετά, προφανώς το κάνεις συνειδητά. Έχεις ήδη παρακολουθήσει στο περιβάλλον σου την πορεία προς τη μητρότητα πολλών γυναικών, όπως και τη συχνή μεταμόρφωσή τους. Τις έχει συναντήσει άυπνες και άλουστες να κυνηγούν ένα πιτσιρίκι με το κουταλάκι στην παιδική χαρά ή να προσπαθούν με νοήματα να ηρεμήσουν ένα ωρυόμενο νήπιο όσο εκείνες κάνουν ένα επαγγελματικό τηλεφώνημα. Όταν, όμως, περνάς από τον ρόλο του θεατή σε αυτόν του πρωταγωνιστή, πολλά αλλάζουν. Όπως ποτέ κανείς δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένος για έναν θάνατο, έτσι ακριβώς συμβαίνει και με μια γέννηση: όσο και αν βάλεις τα δυνατά σου, θα πιαστείς αδιάβαστος.
«Να μην κοιμηθούμε, να μιλάμε όλο το βράδυ». Η 2,5 ετών κόρη μου χθες ήταν αποφασισμένη να μην κλείσει μάτι και εγώ την κοιτούσα για ώρα αμήχανη- δεν μπορούσα να βρω κανένα επιχείρημα να την μεταπείσω, καθώς στην ηλικία της αλλά και πολύ μεγαλύτερη τηρούσα ακριβώς την ίδια στάση απέναντι στον ύπνο. Η κληρονομικότητα είναι μια υπερδύναμη, η οποία δρα ύπουλα, καθιστώντας τον γονιό συχνά έρμαιο του ίδιου του παρελθόντος του. Και αυτό είναι ένα από τα πολλά, καλά «κρυμμένα» μυστικά της μητρότητας (και γονεϊκότητας) που ουδείς μου είχε μαρτυρήσει.
«Κάνε εσύ παιδί και όλα θα βρουν τον δρόμο τους». Τα μωρά δεν έρχονται στον κόσμο αυτό με κάποιο μαγικό ραβδί ανά χείρας. Μπορεί να αποπνέουν (κοιμισμένα) γαλήνη και να εμπνέουν τρυφερότητα, αλλά δεν έχουν τον τρόπο να επιλύουν πραγματικά προβλήματα, απλώς μετά την άφιξη τους αποκτούμε τη δυνατότητα να διακρίνουμε τα πραγματικά προβλήματα από τα επινοημένα. Όταν πρόκειται, πάντως, για εργασιακά ή οικονομικά θέματα, μάλλον τα επιβαρύνουν. Οποιοδήποτε είδος ή υπηρεσία συνοδεύεται από τον επιθετικό προσδιορισμό «βρεφικό» ανατιμάται τουλάχιστον 50%, σε οποιαδήποτε εργασιακό περιβάλλον η εργαζόμενη μητέρα χάνει πόντους.
Τελικά, αυτό που κανείς δεν μας λέει εκ των προτέρων είναι ότι όσο μέτριες και αν είναι συχνά οι επιδόσεις μας ως μαμάδες, στα μάτια τους φαντάζουμε σε αυτές τις ηλικίες τέλειες
Αν πρόκειται για συναισθηματικά και υπαρξιακά ζητήματα, η άφιξη του παιδιού, μπορεί να τα περιπλέξει. Ουκ ολίγες φορές μου είχαν πει ότι ο πόνος για την πρόωρη απώλεια της μαμάς μου θα απαλύνει, όταν γίνω εγώ μητέρα. Όμως εγώ διαπιστώνω το αντίθετο. Κρατώντας ένα βρέφος στην αγκαλιά μου, βιώνω ένα συνεχές déjà vu και κάνω ασυνείδητα προβολές στο παρελθόν μου και στο μέλλον του. «Πόσο μηνών βγάλατε δόντια; περπατήσατε; μιλήσατε;». Οι ερωτήσεις από την παιδίατρο κάθε φορά πέφτουν «βροχή», αλλά συνήθως δεν έχω να δώσω καμία απάντηση. Πέρα από ορισμένα πολύ βασικά, δεν είχα προλάβει να ρωτήσω τίποτα παραπάνω για τη βρεφική μου ζωή, πολύ περισσότερο για την εμβρυική μου. Βέβαια και εγώ δεν παύω να θέτω, νοητά, ερωτήσεις: εσύ πώς το έκανες, μαμά; Πώς με έπειθες να κάθομαι ήσυχη, όταν έκλαιγα πώς με ηρεμούσες;
Μετά από δεκάδες ιατρικά άρθρα, αλλά και ένα δίμηνο σεμινάριο προετοιμασίας για εγκύους, είχα πλέον εμπεδώσει την αξία του θηλασμού. Δεν υποψιαζόμουν, όμως, τι επιφυλάσσει η κοινή γνώμη για τις μητέρες που δεν θηλάζουν. Όλοι, ειδήμονες και μη, γυναίκες που έχουν οι ίδιες θηλάσει αλλά ακόμα και άνδρες που δεν πλησιάζουν μωρό στο χιλιόμετρο, έχουν την πολιτικώς ορθή για την εποχή μας άποψη, που διατυμπανίζουν με ανασηκωμένο φρύδι: θα θηλάσεις, όλες οι γυναίκες μπορούν, ακόμα και όσες υιοθετούν παιδιά κατεβάζουν γάλα, να μην είσαι τεμπέλα, να μην είσαι ανυπόμονη, είναι επένδυση στην υγεία του παιδιού, δεν θα χρειάζεται να κουβαλάς αποστειρωτές και μπιμπερό στις εκδρομές, θα κάνεις οικονομία από τα γάλατα, δεν θα χρηματοδοτείς πολυεθνικές κ.λπ.
Το επιστέγασμα ήρθε μέσα από ένα βιβλίο, ευπώλητο και προτεινόμενο. «Η μόνη μάνα που δεν μπορεί να θηλάσει είναι η νεκρή μάνα». Αυτό αναφέρει στις πρώτες του σελίδες και δεν συνέχισα, διότι με κάλυψε το επιχείρημα. Ουδείς εισαγγελέας θα παρέμβει ποτέ ούτε κανείς θα προβληματιστεί για την επίδραση που μπορεί να έχει αυτό το θέσφατο σε μια λεχώνα με επιλόχειο κατάθλιψη- σε εμένα προκάλεσε μόνον οργή. Το βιβλίο- οδηγό είχα κάνει η ίδια κάποτε ανυποψίαστη δώρο στην αδερφή μου, στην οποία έστειλα εκ των υστέρων συγγνώμη. «Τα μωρά που θηλάζουν δεν κινδυνεύουν από αιφνίδιο θάνατο». Αυτή την απάντηση μου έδωσε η μαία (του πιο προχωρημένου για τα ελληνικά δεδομένα ασφαλιστικού ταμείου), τη δεύτερη φορά που μας επισκέφθηκε στο σπίτι. Φαίνεται πως με βρήκε ανεπίδεκτη εκπαιδεύσεως και αποφάσισε να γυρίζει τη συζήτηση στον θηλασμό, ακόμα και όταν εγώ την ρωτούσα εναγωνίως για άλλα θέματα…

Οι ειδικοί, βέβαια, παιδίατροι, νεογνολόγοι, γυναικολόγοι και μαίες μπορούν να σε οδηγήσουν σε μεγάλη σύγχυση με έναν πολύ απλό τρόπο: αρκεί μόνο να θέσεις το ίδιο ερώτημα σε πολλούς και να ακούσεις με προσοχή τι θα σου πουν. Οι απόψεις ποτέ δεν θα συμπίπτουν. Με απόλυτη φυσικότητα μας το είχε παραδεχθεί και μια γιατρός στο μαιευτήριο που γέννησα: «εδώ σας φέρνουμε το μωρό στο ‘ταψί’ πάντοτε πλάγια, όμως στο άλλο μαιευτήριο που δουλεύω, τοποθετούμε τα νεογνά ανάσκελα» [σ.σ. το εκάστοτε μαιευτήριο έχει υιοθετήσει οδηγία διαφορετικού διεθνούς φορέα].
Διάσταση απόψεων διαπιστώνεις σε όλα τα στάδια, μέχρι που τελικά αποφασίζεις να ακούς έναν μόνο άνθρωπο ή το ένστικτο σου και πας παρακάτω.
«Ο, τι χρειαστείς, είμαστε εδώ». Όχι, δεν αμφισβητώ την καλή διάθεση των δικών μου- απλώς κανείς τους δεν υπήρξε προφήτης. Στους τρεις μήνες ζωής του παιδιού ξέσπασε η πανδημία, ξεκίνησε το lockdown και η απαγόρευση κυκλοφορίας. Κοντολογίς η τελευταία ευκαιρία μου να δω πολύ αγαπημένους μου ανθρώπους ήταν οι μέρες που βρισκόμουν στο μαιευτήριο. Οι συμβουλές και οι ευχές δινόντουσαν μόνο μέσω οθόνης.
Από τριών έως έξι μηνών ήμασταν οι τρεις μας στο σπίτι, εγώ ακόμα με άδεια λοχείας. Υπήρχαν φάσεις που οι γιατροί μας πρότειναν να βγάζουμε τα μωρά μόνο στο μπαλκόνι. Έχω φωτογραφίες με το μωρό στο μάρσιππο να κάνουμε τον γύρο του τετραγώνου και αυτό να σηκώνει το κεφαλάκι του προς τον ήλιο για να ρουφήξει λίγο φως. Με θυμάμαι να μιλάω στο τηλέφωνο με τη Μούγερ προσπαθώντας να μετρήσω το πατουσάκι του παιδιού για να παραγγείλω το πρώτο της παπούτσι, το οποίο για να το αλλάξουμε ο μπαμπάς της έκανε γύρω στα 12 χλμ απόσταση. Και με θυμάμαι μαζί με άλλες ανάστατες μωρομάνες σε μεγάλο στοκατζίδικο με μπεμπέ, παραμονή έναρξης του δεύτερου lockdown, σε κατάσταση απόγνωσης να προσπαθούμε να προβλέψουμε πως και πόσο θα μεγαλώσουν τα παιδιά τους επόμενους μήνες.
Πόσες νύχτες έμεινα ξάγρυπνη γιατί αναρωτιόμουν, αν εγώ ή ο πατέρας της κολλούσαμε covid-19 τι θα ήταν καλύτερο για εκείνην να κάνουμε: να χωριστούμε; Να μείνουμε μαζί; Κανείς ποτέ δεν έδωσε διευκρινίσεις στα ιατρικά ανακοινωθέντα για τις επιπτώσεις της λοίμωξης στα τόσο μικρά μωρά.
Προ κορωνοϊού η δουλειά μου, αν και απόλυτα συμβατή με τηλεργασία, δεν νοείτο μακριά από το γραφείο. Εν μέσω πανδημίας η τηλεργασία έγινε αυτονόητη εν μία νυκτί προς μεγάλη ανακούφισή μου. Όμως, λόγω των μέτρων, όταν άρχισα και πάλι να δουλεύω, η αδρεναλίνη μας παρέμενε καθημερινά σε υψηλά επίπεδα. Διακριτικά από το μπαλκόνι περίμενα να διακρίνω την κοπέλα που μας βοηθούσε να στρίβει, όταν αργούσε το μυαλό μου πήγαινε στο κακό: μήπως της είχαν κάνει έλεγχο και την είχαν στείλει σπίτι της;
Περιμέναμε τη γιαγιά να μας βοηθήσει: ήταν σωστή απόφαση να εκθέσουμε έναν ηλικιωμένο σε Μέσο Μαζικής Μεταφοράς; Και όταν το κουδούνι χτυπούσε, είχαμε λήξη συναγερμού και εργαζόμουν για τις επόμενες ώρες. Πριν, όμως, το ρολόι δείξει οχτώ, έπρεπε και πάλι οποιαδήποτε βοηθός μου να εξαφανιστεί σαν άλλη Σταχτοπούτα, για να έχει βάλει το κλειδί στην πόρτα της, πριν την έναρξη της απαγόρευσης- σας θυμίζω ήταν στις 9μμ. Από εκείνη την ώρα και έως τα μεσάνυχτα, ό.τι και να στράβωνε, ήμασταν οι δυο μας, η Χριστίνα και εγώ.
«Γλυκιά εκδίκησή», βέβαια, όλων των μαμάδων του 2020 ήταν ότι ενώ εμείς ζούσαμε μέσα στην παρανομία με τις νταντάδες και τα μωρά μας, κανείς δεν είχε το δικαίωμα να διασκεδάσει (νομίμως). Αυτό το περίφημο «εσύ θα βουρλίζεσαι στο σπίτι και οι άλλοι θα γλεντάνε» είναι μια αίσθηση που ουδέποτε βίωσα: εσείς δεν βγαίνατε, εγώ δεν βουρλιζόμουν ούτε τότε ούτε τώρα που δεν κοιμόμαστε βέβαια αλλά… μιλάμε.
Τώρα που οδηγώ (και εκτός νομού!) και την ακούω από το πίσω καρεκλάκι να σιγοτραγουδάει ό,τι παίζει το ραδιόφωνο, πάει σιγά σιγά η καρδιά μου στη θέση της- η «τύχη» της να γεννηθεί σε τόσο ενδιαφέροντες καιρούς ίσως να μην αφήσει τόσο έντονο αποτύπωμα στην ψυχή της.
Τελικά, αυτό που κανείς δεν μας λέει εκ των προτέρων είναι ότι όσο μέτριες και αν είναι συχνά οι επιδόσεις μας ως μαμάδες, στα μάτια τους φαντάζουμε σε αυτές τις ηλικίες τέλειες («είσαι υπέροχη», όπως αρέσκεται να λέει αυτές τις ημέρες η κόρη μου).
Παραμένουμε το βασικό τους πρόσωπο αναφοράς, αυτό που ενδέχεται να μονοπωλήσει κάποτε τις συνεδρίες ενός ψυχαναλυτή- και δουλεύουμε 24/7 για να αποτρέψουμε το εν λόγω ενδεχόμενο.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Η γιαγια του φιλου μου εχασε τη μαμα της οταν ηταν 9 χρονων. Στα 18 εμεινε εγκυος το πρωτο παιδι, οταν μας διηγείται την ιστορια της λεει, δεν ήξερα πως να ειμαι μητερα, δεν θυμομουν καλα καλα την δικη μου μητερα. Προσπαθουσε με τον τροπο της να κανει οτι καλυτερο μπορουσε οτι εκρινε σωστο. Δεν ξερω αν εν τέλει ήταν καλη μητερα, ειναι ομως σίγουρα πολυ καλη γιαγια. Και ακομα και σε μενα που δεν ειμαι εγγονι της μου φέρεται με αγαπη και μου δινει συμβουλες. Νομίζω στο τέλος αυτο μετραει.
Πραγματικά περίεργοι καιροί και δεν είναι σίγουρα εύκολοι για να μεγαλώνεις ένα λεχουδι…. Τίποτα δεν σε προετοιμάζει για τη μητρότητα όσο κι αν ακούγεται κλισέ… Έπιασα δουλειά μετα το τοκετό πολύ πολύ γρήγορα… Το βράδυ μετά την επιστροφή απ τη δουλειά, απλά μάζευα τα κομμάτια μου απ τη κουραση και πάλευα με τις ορμόνες μου που μεγέθυναν τα πάντα και τα έκαναν όλα πολύ δραματικά…. Δε περίμενα ποτε ότι θα ξεπερνούσα τα όρια της κούρασης και της αντοχής μου.