Ποια ήταν η μέρα που κατάλαβες ότι θα είχες ένα επιπλέον εμπόδιο να υπερνικήσεις στη δουλειά ή σε οποιαδήποτε πτυχή της καθημερινότητάς σου, μόνο και μόνο επειδή είσαι γυναίκα;
Μεγάλωσα σ’ έναν κόσμο με μωσαϊκά. Όταν οι γονείς μου στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 έφυγαν από την Τσεχία και ακολούθησαν τους γονείς τους στην πατρίδα τους την Ελλάδα, ζήσαμε για κάποια χρόνια σε ένα διαμέρισμα με μωσαϊκά. Η μητέρα μου τα έβρισκε άσχημα και ψυχρά. Η κυρία Καίτη όμως, το ίνδαλμα της παιδικής μου ηλικίας, η μαμά του Γιώργου, τα έβρισκε πολύ πρακτικά για τα τρία της αγόρια που μπαινοβγαίνανε όλη μέρα κουβαλώντας μπάλες, λάσπες και φίλους.
“Είσαι πολύ τυχερή που έχεις κοριτσάκι”, έλεγε στη μαμά μου, “κάνει και δουλειές ε;”.
Και οι δύο, απαντούσε η μαμά μου και κοίταζε τον αδελφό μου που έστρωνε το κρεβάτι του γρήγορα μα όχι με την δική μου χάρη. Δεν μου πήρε πολύ καιρό για να καταλάβω πως αν θέλω να συνεχίσω να αρέσω στην κυρία Καίτη θα ‘πρεπε να κάνω ό,τι και τα άλλα κοριτσάκια.
Η μαμά μου μιλούσε ελάχιστα ελληνικά και έμοιαζε σαν σταρ του σινεμά, έφευγε το πρωί για τη δουλειά της, ενώ οι άλλες μαμάδες φρόντιζαν το σπίτι και τα παιδιά τους, άλλες οι οδηγίες τους για τα κορίτσια, άλλες για τα αγόρια. Μόνον στο δικό μας σπίτι επικρατούσε ισονομία. “Απλώς είσαι μεγαλύτερη από τον αδερφό σου”, έλεγε ο μπαμπάς μου, “ξέρεις κάτι περισσότερο”.
Ήξερα ότι στα άλλα σπίτια τα κορίτσια δεν έπρεπε να γαμηθούν και τα αγόρια έπρεπε να γαμήσουν. Τα κορίτσια ήταν τα μπιζουδάκια του μπαμπά τους και το δεξί χέρι της μαμάς τους. Κάποια πράγματα ήταν αυτονόητα και αδιαπραγμάτευτα. Το ξεσκόνισμα για παράδειγμα σιγά σιγά έγινε μια δική μου δουλειά κι όχι του αδελφού μου, γιατί έτσι γινόταν στα άλλα σπίτια. Κι αυτό μου άρεσε γιατί έτσι μοιάζαμε με τους άλλους και δεν ήμασταν μειονότητα. Άρεσε και του αδελφού μου. Κάποια στιγμή άρχισε να αρέσει και στους γονείς μας. Έπρεπε κι εκείνοι να ενσωματωθούν στην κοινότητα.
Τα κορίτσια της γενιάς μου έπρεπε να πάρουν άδεια για να βγουν. Τα αγόρια όχι. Γύριζαν όποτε ήθελαν. Η φράση “αυτός είναι άλλο, είναι άντρας”, σήμαινε αυτόματα ένα σκασμό δικαιώματα που μια γυναίκα δεν θα αποκτούσε παρά στον 21ο αιώνα. Το κατάλαβα έκπληκτη όταν η δεκαεξάχρονη κόρη μου είπε με απόλυτη βεβαιότητα «το να φοράω βαθύ ντεκολτέ και πολύ κοντή φούστα δεν σημαίνει ότι θέλω να προκαλέσω. Έτσι μου αρέσω. Θέλω να μου αρέσω».
Ήταν το βράδυ που ξαναδιάβασα τη ζωή μου. Μόνταρα όλες τις παλιές μου πεποιθήσεις και διαπίστωσα πως ήμουν γεμάτη υπέροχα στερεότυπα. Έστησα μια προσωπικότητα με άλλοθι την δύναμη κι έχασα άπειρες φορές την γυναικότητά μου. Κατάλαβα πως ο χρόνος κυνηγούσε εμένα κι όχι τους άνδρες της ζωής μου. Τα χρήματα κυνηγούσαν τους άνδρες συναδέλφους μου κι όχι εμένα ακόμη κι όταν κάναμε την ίδια δουλειά.
Η δόξα ήταν για τους άντρες που έκαναν σάτιρα κι όχι γυναικεία σάτιρα με προσωπικές ιστορίες.
Μεγάλωσα σ’ έναν κόσμο με την ασχήμια να χωρά ωραιότατα στην καθημερινότητα μιας γυναίκας. Έφτασα ως εδώ με την βεβαιότητα πως τα καταφέρνω ακριβώς επειδή είμαι γυναίκα. Το αστείο είναι πως έφτασα ως εδώ χωρίς να σκέφτομαι ποτέ το φύλο μου. Ακολουθώντας οδηγίες και δίχως την παραμικρή επίγνωση πως ήμουν γεμάτη από οδηγίες. Η αλήθεια είναι πως κάποιες ήταν πολύ φροντιστικές, κι άλλες έκρυβαν νοιάξιμο.
Τελείωνε με τα κλάματα.
Δεν είσαι κοριτσάκι! Η μαμά μου.
Τι δουλειά έχει κορίτσι πράμα με τα αγόρια στην πλατεία; Ο παππούς μου.
Γιατί δεν βάζεις ένα φουστανάκι σαν κορίτσι κι εσύ; Η γιαγιά μου.
Είσαι πολύ καλύτερη από τους άντρες που διαλέγεις. Ο μπαμπάς μου.
Πήγαινε σπίτι σου να μεγαλώσεις το παιδάκι σου. Ο διευθυντής μου.
Γιατί δεν δείχνεις λίγο στήθος να κάνουμε νούμερα; Η συνάδελφος μου.
Άντε γαμήσου μωράκι μου. Ο έρωτάς μου.
Γιατί μωρή δεν πας να πλύνεις κάνα πιάτο, που θες να οδηγήσεις κιόλας! Ο άγνωστος στο φανάρι.
Εσύ κουκλίτσα μου έχεις χιούμορ. Περίεργο για γυναίκα. Ο αγαπημένος κωμικός του κοινού.
Τελειώσαμε, αγάπη μου. Η αγάπη μου στο τηλέφωνο!
Όταν η κόρη μου είπε, θα φοράω αυτά που μου αρέσουν γιατί θέλω να μου αρέσω, ήταν η νύχτα που κατάλαβα πως πρέπει να μου πω την αλήθεια επιτέλους: τα πόδια μου έχουν ματώσει από τα τακούνια μου και τις αγκωνιές εκείνων που έβρισκαν τους άντρες πολύ καλύτερους από τις γυναίκες.
Δεν πάει πολύς καιρός από τότε, αλλά από τότε, φοράω τα αθλητικά μου και με μοντάρω από την αρχή. Και μου αρέσουν τα μωσαϊκά, γιατί είναι φτιαγμένα από χίλια κομμάτια.
* Η Κωνσταντίνα Βαρσάμη aka “Γκίζα” είναι ραδιοφωνική παραγωγός / ηθοποιός ραδιοφώνου.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News
