Tα μετάλλια ήταν ακουμπισμένα πάνω στο ξύλινο ράφι δίπλα από το γραφείο. Επιχρυσωμένα, το ένα με κορδέλα, τα άλλα δυο στην κασετίνα τους τοποθετημένα να ξαπλώνουν σε ηρεμία, σαν μετά από πολύνεκρη μάχη. Έπιαναν το παιδικό μου μάτι κάθε φορά που έμπαινα στο μεγάλο δωμάτιο.
-Γιαγιά, στρατηγός ήσουν κι έχεις μετάλλια;
-Όχι κοριτσάκι μου, ή μάλλον ναι, στρατηγός στη μάχη της αγοράς. Έλα τώρα να διαβάσουμε μια ιστορία από το μεγάλο το βιβλίο, ξέρεις άλλωστε, τα’΄χουμε πει, “άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο”.
Και χαμογελούσε καλοπροαίρετα και με αγκάλιαζε με μεγάλη αγάπη. Μοιραζόμασταν και το ίδιο όνομα.
Τότε δεν καταλάβαινα καλά καλά τι σήμαινε αυτό το “στρατηγός στη μάχη της αγοράς”. Ήξερα όμως ότι η γιαγιά μου ήταν μια προσωπικότητα larger than life, η αρχηγός του σπιτιού της, η καλοπροαίρετη δύναμη στην φιλανθρωπική ομάδα της ενορίας, η γυναίκα που σέβονταν όλοι οι άνθρωποι που έμπαιναν στο γραφείο της για να κάνουν business. Ακτινοβολούσε αυτοπεποίθηση, μεγαλοσύνη, πνευματική εγρήγορση. Όταν μιλούσε ήταν αδύνατον να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από πάνω της.
Κι ας είχε έρθει πρόσφυγας από την Μικρασία. Με τις πλέον κακές συνθήκες, με τη μισή της οικογένεια σφαγμένη από τους Νεότουρκους.
-Γιαγιά, γιατί σας κυνηγούσαν οι Τούρκοι;
-Κοριτσάκι μου, εμείς ζούσαμε δίπλα με γείτονες Τούρκους και με συνεργάτες, προβλήματα δεν είχαμε, κάποιες φορές οι εξουσίες τρελαίνονται και κάνουν πράγματα ασύλληπτα… Άσ’ τα όμως τώρα αυτά τα δυσάρεστα, παίξε μου κάτι όμορφο στο πιάνο.
Η γιαγιά πιάνο δεν πρόλαβε να μάθει. Όμως μιλούσε 7 γλώσσες: ελληνικά, τουρκικά, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, τσέχικα και ρώσικα! Τα ρώσικα τα έμαθε μόνη της όταν ήταν πια…γιαγιά. Την θυμάμαι να διαβάζει Victor Hugo στο πρωτότυπο και να μας απαγγέλλει, και να παίρνει το φύλλο της Pravda για να εξασκηθεί στα ρώσικα. Έγραφε κιόλας, μικρά διηγήματα, αναμνήσεις από την κατοχή…
Όταν μεγάλωσα λίγο κι ήμουν στο γυμνάσιο κατάλαβα τι θα πει “πρώτη γυναίκα εμπορική αντιπρόσωπος στην Ελλάδα”, “τιμητικά μετάλλια για τα 35 χρόνια συνεργασίας με το κράτος της Τσεχοσλοβακίας” (τότε ήταν ένα ενιαίο κράτος), “διακρίσεις για την προσφορά της στον κλάδο του εμπορίου” από το Εμπορικό Επιμελητήριο.
Η γιαγιά εισήγαγε ξυλεία.
Η ίδια δεν μου το είχε διηγηθεί, όμως ήταν κοινό μυστικό στην οικογένεια που τα έλεγαν στα οικογενειακά τραπέζια με ψιθύρους. Όταν πρωτοξεκίνησε την εμπορική αντιπροσωπεία έπρεπε να επικοινωνεί με άντρες σε όλα τα μέρη της Ελλάδας. Ποιος είδε τον θεό και δεν φοβήθηκε!
Αγανακτισμένη που το φύλο της ήταν εμπόδιο, σκαρφίστηκε μια μικρή παγαμποντιά. Στην επωνυμία της εταιρείας το όνομά της φανέρωνε το φύλο της, κι ας είχε μόνο το αρχικό του μικρού της ονόματος. Μετέτρεψε λοιπόν την κατάληξη του επιθέτου από -ου σε -η, και σκαρφίστηκε να λένε στο τηλέφωνο ότι το Ε. ήταν συντομογραφία του Ελευθέριος, αντί του κανονικού Ελένη.
Κι έτσι, όποιος έκλεινε συνάντηση εκ του σύνεγγυς αναγκαζόταν να έρθει μπροστά σε μια έκπληξη. Άιιιι, καράμπα!
Ταξίδευε για να τους βρει και να τους πείσει να γίνει προμηθευτής τους. Στην Κρήτη, μου είχαν πει, όταν εμφανιζόταν για να μιλήσουν για τις δουλειές, οι άντρες της έλεγαν “πού είναι ο άντρας σου;”, “πού είναι ο πατέρας σου, να μιλήσουμε;” “Τι, με σένα, που είσαι γυναίκα, θα μιλάμε; Δεν γίνεται.” Πείσμωνε εκείνη και φουρκιζόταν, εξανίστατο που δεν την έπαιρναν στα σοβαρά μόνο και μόνο επειδή ήταν γυναίκα! Έλεγε ο παππούς ότι είχε έναν μαχητή κρυμμένο μέσα της, κι ας έβαζε τις πέρλες στο λαιμό και το λάϊνερ στο μάτι επηρεασμένη από την Coco Chanel.
Κι έτσι όντως την θυμάμαι κι εγώ. Η μόνιμη επωδός της, έλεγε ο παππούς, ήταν “θα τον κανονίσω εγώ”.
Και τους κανόνισε όντως. Την σεβάστηκαν όλοι.
Ίσως είναι παράδοξο στην εποχή μας να έχουμε πρότυπο μια γυναίκα που γεννήθηκε πάνω από έναν αιώνα πριν. Όμως μέσα μου ξέρω ότι χάρις σ’ αυτήν τη γυναίκα πίστεψα ότι όλα είναι δυνατά, όλα είναι μπορετά, κι ότι κάθε μέρα είναι μια μάχη που μπορεί να κερδηθεί. Και την ευγνωμονώ γι’ αυτό. Για μένα, θα είναι πάντα στρατηγός της καρδιάς μου.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News
